Οκτώ επιστήμονες και ένα υστερόγραφο για τη Λούλα Αναγνωστάκη

Posted on April 10, 2009. Filed under: Αναγνωστάκη Λούλα |

Αυλαία και πάμε:

1Γνωστό σχεδόν τοις πάσι, αλλά ωστόσο πρέπει να λεχθεί. Η επανάληψη πάντοτε δυναμώνει τη Μνήμη και την απλώνει στον Χρόνο. Η Λούλα Αναγνωστάκη εμφανίζεται στο θέατρο το 1965 με τα μονόπρακτα έργα η Διανυκτέρευση, η Πόλη και η Παρέλαση, που παρουσιάζονται στο Θέατρο Τέχνης και σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν σε ενιαία παράσταση με τον τίτλο Η Πόλη. Ακολουθεί το 1967 η Συναναστροφή στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Επονται τα έργα Αντόνιο ή το μήνυμα, η Νίκη, η Κασέτα, ο Ηχος του όπλου (1972, 1978, 1982 και 1987, αντίστοιχα), όλα ανεβασμένα στο Θέατρο Τέχνης και υπό τις οδηγίες του Κάρολου Κουν. Ακολουθούν το 1990 τα Διαμάντια και μπλουζ, σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, από τον θίασο της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου, το 1995 το Ταξίδι μακριά, και πάλι στο Θέατρο Τέχνης -εστία πολύτιμη-, με τον Μίμη Κουγιουμτζή σκηνοθέτη αυτή τη φορά, το 1998 ο Ουρανός κατακόκκινος στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτωρα Αρδίτη και τέλος -αλήθεια, τέλος;- το 2003 ο Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθετεί το Σ’ εσάς που με ακούτε. Παραστάσεις που διατρέχουν σχεδόν μισόν αιώνα Κόσμου παρακολουθώντας τον.

Δεν θα μείνω στις παραστάσεις των έργων αλλά στα ίδια τα έργα. Είναι κοινός τόπος ότι άλλο πράγμα το έργο και άλλο η παράστασή του. Οσο κι αν το θεατρικό έργο εν πολλοίς προορίζεται από τον δημιουργό του για να ζωντανεύσει σε μία σκηνή, ωστόσο δεν παύει να αποτελεί και ρέοντα Λόγο -διάλογο, μονόλογο ή σκέτη σιωπή και (ανά)παύση- που μοναχικά διαβάζεται και εσωτερικά ανακοινώνεται στον σιωπηλό του αναγνώστη. Εν αρχή ην ο Λόγος. Scripta manent. Κάποια κρυμμένη σημασία θα έχουν αυτά.

2 Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη που, κατά γενική ομολογία, έφεραν μια νέα «μυρωδιά» στο Νεοελληνικό θέατρο, έρχονται και συναντούν και συγχρωτίζονται με μία παγκόσμια αύρα. Αύρα που έχει ονόματα όπως -ενδεικτικά αναφέρω- Williams, Pinter, Beckett, Alby. Και αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι τα έργα τής Αναγνωστάκη δεν πρέπει να εξετάζονται υπό το στενό πρίσμα της ελληνικότητας, μολονότι την εμπεριέχουν και θεματικά -κυρίως- την κουβαλούν. Η ελληνικότητα των έργων της έχει να κάνει αναμφίβολα με την ιστορία τού τόπου, στη μεταπολεμική, κυρίως, περίοδό του, με την ελληνική οικογένεια και τα περιστατικά της, με την ελληνική γεωγραφία, με την εν γένει ελληνική πραγματικότητα. Από εκεί και πέρα όμως τα πράγματα μεταβάλλονται. Αίφνης θαρρεί κανείς πως οι ήρωές της είναι Ελληνες που φέρουν το παγκόσμιο στίγμα. Δηλαδή το πανανθρώπινο. Η ηρωίδα Σοφία Αποστόλου, για παράδειγμα, από τον Ουρανό κατακόκκινο θα μπορούσε να κατάγεται από παντού. Φιγούρα σχεδόν αρχετυπική. Οταν μας συστήνεται λέγοντας Ιδού εγώ …η Σοφία Αποστόλου και αρχίζει να μας αφηγείται τα δεινά της, είναι σαν να μας ανακοινώνει: Ιδού εγώ… ο άνθρωπος.

3Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι βαθύτατα ατομικά και ανθρώπινα. Και ταυτόχρονα έργα βαθύτατα πολιτικά και συνείδησης συλλογικής. Πώς αλλιώς άλλωστε; Το βαθύτατα πολιτικό εξ ορισμού είναι και ανθρώπινο. Και το βαθύτατα ατομικό σαν να διακτινίζεται και να διαχέεται μέσα στον Κόσμο. Απορροφά τον Κόσμο και από αυτόν απορροφάται. Πολλές οι περιπτώσεις στην Ιστορία του θεατρικού και μη Λόγου. Μερικές σημαίνουσες αναφορές: Καβάφης, Στρίντμπεργκ, Πεσόα. Και πάει λέγοντας. Στα έργα της Αναγνωστάκη το ατομικό στέκεται απέναντι από το συλλογικό. Οχι εχθρικά απέναντι του όμως. Με θαυμασμό απέναντί του στέκεται και το παρατηρεί. Το ένα να καταλάβει και να κατανοήσει το άλλο. Και κάπως έτσι ο φωτεινός τους Γάμος συντελείται και επέρχεται το θαύμα της αφομοίωσης. Στον Ηχο του όπλου μέσα σ’ ένα σπίτι η συνάντηση της μάνας με τον γιο, που έχει έναν ολόκληρο χρόνο να τον δει, και έξω η πανηγυρική προεκλογική ατμόσφαιρα. Δοχεία παράλληλα, αν όχι συγκοινωνούντα. Στο Σ’ εσάς που με ακούτε και τα εννέα πρόσωπα του έργου εμπεριέχουν και εκφράζουν αποσπασματικά την Πολιτική και τον Ερωτα. Το πολλαπλό Εμείς και το πάντοτε μοναχικό Εγώ. Ερχονται κοντά και ύστερα πάλι χάνονται. Συνεμίγησαν όμως. Κι αυτό έχει ύψιστη σημασία.

4 Η ωραία ταλάντωση των προσώπων της. Τα πρόσωπα των έργων της Λούλας Αναγνωστάκη δίνουν την εντύπωση προσώπων που «αιωρούνται». Αιωρούνται ανάμεσα στο στέρεο και το αέρινο, στο πριν και το μετά, ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, περσόνες που είναι σαν να στέκονται μονίμως αναποφάσιστες μπροστά σε ένα τεράστιο χάσμα, μεταξύ του εφιάλτη και της φαντασμαγορίας, πρόσωπα μεταιχμιακά, πρόσωπα ανάμεσα σε Διαμάντια και μπλουζ, σαν να λέμε, με άλλα λόγια, ανάμεσα στο Φως και την υποδόρια Κατάθλιψη που αυτό μπορεί ενίοτε να επιφέρει. Λες και οι ήρωές της πάσχουν από διάθλαση των προθέσεών τους και τα πάντα -για όποιον διαβάζει ή βλέπει τα έργα της- είναι ανοιχτά στην εικασία. Ο Baudlaire έλεγε πως ομορφιά είναι κάτι θλιμμένο, κάτι αόριστο και πάντοτε ανοιχτό στην εικασία. Τα πρόσωπα των έργων της αλληλοαναιρούνται και αλληλοδιαψεύδονται. Αφού πρώτα όμως έχουν υπονομεύσει τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Η «σίγουρη» γνώση του παρελθόντος τους μετατρέπεται ξαφνικά σε θολή ανάμνηση και εικασία. Σαν να μας λένε πως η μόνη υπαρκτή και στέρεη πραγματικότητα είναι αυτή που ο ίδιος ο άνθρωπος αποφασίζει να έχει ως πραγματικότητα. Και πρόσωπα που, επειδή ακριβώς αγαπούν πολύ τον Αλλον, απαιτούν τον Άλλον και την προσοχή του. «Τέλος του ανθρώπου οι άνθρωποι». Η Ελισάβετ στην Πόλη διαρκώς παραπονιέται ότι ο Κίμων δεν την ακούει, δεν τη βλέπει, δεν την παρατηρεί. «Αδιαφορεί. Δεν υπάρχω γι’ αυτόν. Κι αν με βασανίζει, το κάνει όπως θα βασάνιζε μια γάτα ή έναν ποντικό», λέει η Ελισάβετ.

5Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι σαν ψυχολογικοί πίνακες και σαν ψυχολογικά περιστατικά. Ο Γιώργος Χειμωνάς λέει πως «ό,τι αξίζει στη ζωή ενός ανθρώπου είναι να έχει να αφηγηθεί μια συνταρακτική ιστορία». Οι λεγόμενες «κατακόρυφες πράξεις» στη ζωή των ανθρώπων. Με αφορμή αυτό δεν γίνεται να μη θυμηθώ τον άνθρωπο Παύλο από την Κασέτα της Λούλας Αναγνωστάκη και το όνειρο της μεγάλης του πράξης. Εκείνης της πράξης που θα αποτινάξει από επάνω του την καθημερινότητα και την αέναη ανία της. Δεν γίνεται να μη θυμηθώ τη Βάσω από τη Νίκη να λέει πως έχει κλέψει ένα μενταγιόν από το σπίτι της κυρίας όπου δουλεύει, προκειμένου να το κάνει δώρο στην αρραβωνιαστικιά του αδελφού της. Δεν γίνεται να μη θυμηθώ τη Σοφία Αποστόλου, πρώην καθηγήτρια της Γαλλικής, που απολύεται επειδή έπινε κατά τη διάρκεια των μαθημάτων της. Επιθυμία υπέρβασης και εξοστρακισμού της πραγματικότητας, μία κλοπή και μία ροπή προς τον αλκοολισμό: συνηθισμένα ή μη ανθρώπινα περιστατικά, μέσα από τα οποία μπορεί να ανασυσταθεί ένας ολόκληρος πολιτισμός τής Ψυχής και των ασαφών (;) κινήσεών της.

6Το υπόβαθρο σε όλα τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι ρεαλιστικό, πατάει στιβαρά επάνω στη Γη και την πραγματικότητα. Μόνο το υπόβαθρο όμως. Γιατί ο ρεαλισμός είναι το χαλί πάνω στο οποίο ακουμπάνε τα έργα της. Εχω την αίσθηση, και ας μου επιτραπεί η έκφραση, ότι η Αναγνωστάκη κοιτάζει τον ρεαλισμό και του «βγάζει τη γλώσσα της». Τον χρησιμοποιεί μόνο και μόνο για να τον υποσκάψει και τελικά να τον ξεπεράσει. Σαν να θέλει να δείξει και σε εμάς τους ίδιους πόσο περιορισμένων δυνατοτήτων είναι ο ρεαλισμός όταν, εκτός από το χαλί, απαιτεί να γίνει και το σπίτι ολόκληρο. Στο Ταξίδι μακριά -ιδιαίτερη περίπτωση «Θεάτρου μέσα στο θέατρο»- οι ήρωες είναι ηθοποιοί και ετοιμάζουν μια παράσταση με υλικό παρμένο από την ίδια τους τη ζωή. Και όπως η Κλωθώ και η Λάχεση, εκείνες οι αρχαίες κόρες, θυγατέρες της Ανάγκης, αναμειγνύουν παρόν και παρελθόν για να φτιάξουν ένα παρακινδυνευμένο και ιαματικό μέλλον. Και κάπως έτσι το έργο από «ρεαλιστικό» τρέπεται σε άκρως ποιητικό. Το χαλί απογειώνεται και ίπταται. Μαγεία.

7Η γλώσσα στα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι κατ’ αρχάς άμεση. Που σημαίνει καίρια και ακαριαία. Ζωντανή και καθημερινή. Που σημαίνει μιλιέται. Ποιητική, όταν κάποιο κρυφό της νόημα το απαιτεί. Που σημαίνει αμφίσημη και έτοιμη να προκαλέσει τινάγματα στο μυαλό και στην ψυχή. Ρέουσα. Που σημαίνει ότι πουθενά δεν σκαλώνει και κανένα ράψιμο δεν της χρειάζεται. Αφτιασίδωτη. Που θα πει σαν το νερό το καθαρό. Και ουδόλως διδακτική η χρήση της. Που σημαίνει πως αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη-θεατή μόνος του να καταλάβει. Η γλώσσα της δεν διδάσκει. Προτείνει. Δεν δείχνει. Δηλώνει. Γλώσσα: σε αυτό το πλέον ευπαθές ανθρώπινο εργαλείο η Λούλα Αναγνωστάκη συμπεριφέρεται με ευγένεια, που είναι το πρώτο βήμα προς την αληθινή αριστοκρατία, όπως λέει ο Proust. Καθόλου να μην τεντωθεί και καθόλου να μη συρρικνωθεί η Γλώσσα σε σχέση πάντοτε με τα νοήματά της. Και εδώ ακριβώς συναντάμε την αρμονική σύνθεση της μορφής με το περιεχόμενο. Τη σύμπλευση του σημαίνοντος με το σημαινόμενο. Αυτή η εξαιρετικά δύσκολη σύζευξη, στα έργα της Αναγνωστάκη επιτυγχάνεται με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια. Ακόμη και οι «ακατάληπτες» γερμανικές φράσεις του γέρου Χανς στο Σ’ εσάς που με ακούτε, αυτές οι φράσεις που διαβάζονται και ακούγονται σαν σύγχρονοι παγκόσμιοι χρησμοί, μας υπενθυμίζουν την αρχέγονη ανάγκη και επιθυμία του ανθρώπου να Εκφρασθεί και να Ανακοινωθεί μέσα από τον Λόγο του. Και να δηλώσει έστω και ραγισμένα νοήματα. Έστω και θραύσματα σημασιών ή «κλινικών» νοημάτων και αποχρώσεων.

8«Δεν ανήκω στους δημιουργούς που ακολουθώντας μια διαλεκτική διαδικασία συνθέτουν ένα έργο με ανάγλυφα αίτια και αιτιατά. Εγώ βλέπω μόνο το αποτέλεσμα, αυτό που τελικά συνιστά ένα ανθρώπινο βίωμα», λέει η Αναγνωστάκη σ’ ένα σημείωμά της για τη Νίκη. Κι αυτό ακριβώς είναι ένα επίσης κύριο στοιχείο των έργων της. Όλα τα πρόσωπα των έργων της και τα βιώματα των προσώπων της είναι «συντελεσμένα» πρόσωπα και «συντελεσμένα» βιώματα. Αυτό που διαβάζουμε ή παρακολουθούμε δεν είναι η πορεία των προσώπων ή των βιωμάτων προς τη συντέλεσή τους, αλλά η «ανασύσταση» τους. Η αγωνία μας δεν είναι για το πού θα φτάσει το πρόσωπο ή το βίωμα, αλλά για το πώς το πρόσωπο ή το βίωμα έφτασε εκεί που έφτασε. Και το εκεί είναι σχεδόν πάντοτε Οριακό. Και αυτή η εκ του αποτελέσματος αντιμετώπιση των όποιων ηρώων ή καταστάσεων κάνει τα έργα της Αναγνωστάκη να λειτουργούν σε εμάς ως προ(σ)κλήσεις προσωπικής μας ψυχαναλυτικής διεργασίας. Πώς κάποιος άνθρωπος -άρα ο καθένας μας- φτάνει εκεί; Πώς κάποιος άνθρωπος -άρα δυνητικά ο καθένας μας- ακουμπά και ενίοτε ξεπερνά το λεγόμενο «όριο»; Πώς ο Θανάσης γίνεται «φονιάς»; Πώς ο Θύμιος γίνεται «χαφιές»; Τι δημιούργησε την Έλσα, αυτή τη σύγχρονη τσεχοφική Αρκάντινα, να αποχωρεί από το έργο-σκηνή υποβασταζόμενη; Ερωτήματα που μας ακολουθούν και μετά το έργο. Κι αυτό αποτελεί ίσως ένα από τα μείζονα επιτεύγματα του δημιουργού. Γιατί ποτέ το έργο δεν μπορεί να τελειώνει στην ανάγνωσή του ή στη θέαση μιας παράστασής του. Αυτό το έργο που παίζεται και διαβάζεται μέσα μας μετά το έργο είναι που ένα έργο το κάνει μεγάλο.

Υστερόγραφο ή One for the road: Ενα διαρκές πήγαιν’-έλα από τη ζωή στον θάνατο, από την ιδέα στο συναίσθημα, από το Θέατρο στη Ζωή, από το μυθικό στο πραγματικό, από το λογικό στο παράλογο, από την αμφιθυμία στη βεβαιότητα, από το Ελληνικό στο Παγκόσμιο. Αυτό είναι το Εργο της Λούλας Αναγνωστάκη. Αυτό το διαρκές πήγαιν’-έλα από το φως στο σκοτάδι: Ισως και γι’ αυτό -αγαπημένη μου προσωπική υποψία αυτή- τα πάντοτε φορεμένα μαύρα γυαλιά της. Το αναλλοίωτο Φως και Σκοτάδι του Κόσμου, καθόλου το ιδιωτικό της Φως και το ιδιωτικό της Σκοτάδι να μην το επηρεάσει.

Make a Comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...

%d bloggers like this: