Το θέατρό της ανάμεσα στο Παράλογο και στην Τραγωδία

Posted on April 10, 2009. Filed under: Αναγνωστάκη Λούλα |

  • ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: Εύθραυστη και ξαφνικά πολύ γήινη

  • Θέατρο, Τόμος Α’  Η Νίκη, Ο Ουρανός Κατακόκκινος,  Σ’ εσάς που με ακούτε, εκδόσεις Κέδρος σ. 153, 12 ευρώ
  • Θέατρο, Τόμος Β’ Ο ήχος του όπλου, εκδόσεις Κέδρος σ. 115, 10 ευρώ
  • Θέατρο, Τόμος Γ’ Διαμάντια και μπλουζ, Το ταξίδι μακριά, εκδόσεις Κέδρος σ. 140, 16 ευρώ
  • Θέατρο, Τόμος Δ’ Η κασέτα, εκδόσεις Κέδρος σ. 202, 12 ευρώ

Από τις εκδόσεις «Κέδρος» κυκλοφόρησαν οι τέσσερις πρώτοι τόμοι των θεατρικών έργων της Λούλας Αναγνωστάκη. Κάτι που έλειπε, επειδή μέχρι τώρα είχαν εκδοθεί ως βιβλία, πάλι από τον Κέδρο, μόνο τα πρώτα της μονόπρακτα («Η πόλη», «Η παρέλαση», «Η διανυκτέρευση»), και το τρίπρακτο «Αντόνιο ή το μήνυμα». Η έκδοση του Κέδρου έρχεται, άρα, να καλύψει ένα κενό, παρά τις καίριες ελλείψεις της, όπως είναι η απουσία εισαγωγικών σημειωμάτων (πλην ενός σύντομου επίμετρου της θεατρολόγου Δηούς Καγκελάρη στον πρώτο τόμο), μιας ενημερωμένης παραστασιολογίας και μιας ενδεικτικής κριτικογραφίας.

Επίσης δεν γίνεται αντιληπτή η μεθοδολογία, με ποια δηλαδή κριτήρια επιλέχτηκε η σειρά των έργων που περιέχονται σε κάθε τόμο. Το επίμετρο της Δηούς Καγκελάρη έχει εντάξει τα τρία έργα του πρώτου τόμου [«Η Νίκη» (1978), «Ο Ουρανός Κατακόκκινος» (1998), «Σ’ εσάς που με ακούτε» (2003)] κάτω από τον γενικό τίτλο: «Τριλογία του ξένου», όπου «το θέμα της ξενότητας προβάλλει μέσα από ομόκεντρους κύκλους, σηματοδοτώντας μια εσωτερική και μια εξωτερική ερήμωση. Με έναν λόγο πολύσημο, «που εκφράζει και συγχρόνως αρνείται την πραγματικότητα». Κάτι όχι αναγκαστικά εσφαλμένο, αν και το θέατρο της Αναγνωστάκη, ολόκληρο, θα μπορούσε να ιδωθεί κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα.

Μια άτυπη τριλογία πάνω στον μετεμφυλιακό Ελληνα-άνθρωπο θα μπορούσαν, εξίσου καλά, κατά την άποψη μας, ν’ αποτελέσουν, π.χ., τα τρία πρώτα μονόπρακτα, μαζί με τη «Νίκη» και την «Κασέτα». Επειδή, συγχρόνως με την πρώτη φάση της δραματουργίας της Αναγνωστάκη, κλείνει εδώ ένας αρχαίος κύκλος αίματος, με «αθώους» θύτες κι «ένοχα» θύματα, παγιδευμένους εξίσου στον εφιαλτικό και ατέρμονα κύκλιο χορό των παθών τους.

Επικρατεί σε αυτά μια έντονη νοσταλγία του μαύρου χρώματος της νύχτας, και βρισκόμαστε στον κατεξοχήν χώρο, ανάμεσα στο παράλογο και στην τραγωδία. Από αυτό το ταξίδι των ψυχών στον κάτω κόσμο τι θα επιστρέψει στο φως και τι θα μείνει στο σκότος; Μπορούμε άραγε να προσμένουμε κάτι περισσότερο από μια «καθαρτήρια επιστροφή της οδύνης και του φόβου», που ευαγγελίζεται το θέατρο του παραλόγου, στη γερμανική κυρίως εκδοχή του ; Πιστεύω ότι ναι, μπορούμε. Οπου και αν ταξιδεύουμε στα δραματικά τοπία της Αναγνωστάκη, μας πληγώνουν, αλλά δεν μας συνθλίβουν, όσο σκληρά και αν είναι. Επειδή υπερβαίνουν με τρόπο «νηπτικό» (απ’ τον δρόμο της ταπείνωσης) το σύνορο της απ-ελπισίας που συντρίβει, προσεγγίζοντας τη χώρα της από-γνωσης (στερνής γνώσης), πέραν του παρα-λόγου, όπου αναγνωρίζεται ξανά το τίμημα της εξαγοράς των χυμένων αιμάτων, η θυσία έχει αντίκρισμα και όλα τ’ ανθρώπινα βαπτίζονται πάλι στο φως του τραγικού, όπως πάντα. Οχι, λοιπόν, άλλη «καθαρτήρια επιστροφή του φόνου (και της ανάγκης)», αλλά επιστροφή της χαμένης μας νιότης, που είναι, μόνη της, ένα άλλος τρόπος για να συλλαβίσουμε απ’ την αρχή το όνομα της χαμένης και ξανακερδισμένης μας ελευθερίας!

Ο τελικός μονόλογος της «Νίκης», το γράμμα του ισοβίτη φονιά Θανάση στον αδερφό του Νίκο, που έχει πεθάνει, μα εκείνος δεν το ξέρει, είναι ένα μικρό «διαμάντι». «Σοβαρό και λυπημένο», σαν την «εικόνα» του Καβάφη, μας προαναγγέλλει ένα τέτοιο ταξίδι νόστου. Τα μεταγενέστερα έργα της Αναγνωστάκη αναπτύσσουν τον «δρώντα συλλογισμό» του γράμματος αυτού. Η οδυσσεϊκή «Σοφία» στο «Ουρανός Κατακόκκινος», που «ξέρει», και που αντικρίζει χωρίς να κλείνει τα μάτια τον δύοντα δίσκο του ήλιου απ’ την ταράτσα του σπιτιού της, απέναντι απ’ τις Φυλακές του Κορυδαλλού, γίνεται, έτσι, μια προέκταση φυσική της μικρής «Σοφίας», απ’ το μονόπρακτο «Η διανυκτέρευση», που όλο ρωτούσε: «Σκότωσαν πολύ κόσμο, τότε, ε ; Στην Κατοχή. Εγώ δεν είχα καν γεννηθεί. Εσύ θα ‘σουν μεγάλος. Τι έκανες ; Περνούσατε πολύ άσχημα;». Αλλά και της «Ελισάβετ», από το μονόπρακτο «Η πόλη», που έβλεπε απ’ την ταράτσα της, δίχως να νιώθει, «ένα σημείο, μακριά, εκεί πέρα, όπου, τα χαράματα, ντουφεκίζουν τους καταδικασμένους σε θάνατο».

Η σπουδή σε κόκκινο συνεχίζεται (ακολουθώ την κατάταξη των έργων της έκδοσης που σχολιάζω) στο «Σ’ εσάς που με ακούτε» (2003), με αθέατο πρωταγωνιστή το «φάντασμα» της δολοφονημένης «κόκκινης Ρόζας» (Λούξεμπουργκ)… Αυτό το έργο, μοιρασμένο ισοδύναμα σε σύντομα διαλογικά μέρη και σε μακρούς, έντονα βιωματικούς, εξομολογητικούς μονόλογους των ηρώων, με ατμόσφαιρα ονειρική, «τσεχοφική», ματαιωμένων προσδοκιών και ελπίδων, τοποθετημένο στη σκιά της «αδύνατης επανάστασης», είναι η φυσική συνέχεια της «Νίκης», καθώς παρακολουθούμε, σαν αποσπάσματα μιας ταινίας που έμεινε ημιτελής, σκηνές απ’ την εμφύλια σπαραγμένη ζωή της δεύτερης, «χαμένης», αδιέξοδης γενιάς των Ελλήνων μεταναστών στην ενωμένη Γερμανία. Εδώ η μικρή Σοφία της «διανυκτέρευσης» έχει μεγαλώσει σε ξένο τόπο, και δεν πρόκειται να ξαναδεί πατρίδα… Πρόκειται για μια ελεγεία της ανέφικτης, αιώνιας επιστροφής.

Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει το γνωστότερο, το πιο δημοφιλές και πολιτικότερο ίσως έργο της Αναγνωστάκη, τον προφητικό «Ηχο του όπλου» (1987). Κι εδώ η συγγραφέας καταπιάνεται με το αγαπημένο της θέμα, την ενδημούσα ρήξη, τα «οικεία κακά» που σπαράζουν τη νεοελληνική ταυτότητα: ευρωπαϊκό πρόσωπο και βαλκανική κατατομή, πατρική γλώσσα και μητρική λαλιά, υπερπροστατευτική μάνα και απών πατέρας, ιδού το βασικό, τραυματικό, ανισοσκελές, κλασικό οικογενειακό μας «τρίγωνο», που αναπαράγει πιστά τον εαυτό του. Τα δύο σκέλη του οποίου συνθλίβουν το παιδί, που δεν μπορεί να προαχθεί ομαλά σε «κορυφή γωνίας». Η Αναγνωστάκη ωστόσο δεν κάνει ψυχανάλυση, αλλά θέατρο πολιτικό, με την ουσιαστική σημασία του όρου. Εκθέτει γυμνή τη γλώσσα μας, που είναι ο καθρέφτης του πολιτισμού μας. Βλέπει την πολιτική μας γλώσσα σαν μια προέκταση της φθαρμένης καθημερινής μας γλώσσας, η οποία γεννά τ’ αδιέξοδά μας. Με αυτήν την έννοια, εδώ δεν έχουμε μόνο το χρονικό μιας οικογένειας, αλλά το ίδιο το ημερολόγιο του βίου μας, ως «πολιτικών ζώων». Προλέγοντας μ’ εκπληκτική ευστοχία την εικόνα του ρημαγμένου, σημερινού πολιτικού μας τοπίου.

Ο τρίτος τόμος περιέχει τα έργα «Διαμάντια και μπλουζ» (1990) και «Το ταξίδι μακριά» (1995).

Το πρώτο επικεντρώνεται στην ιστορική καμπή της Μεταπολίτευσης, όταν οι αστοί διακατέχονται από την ψευδαίσθηση ότι ελέγχουν τις βαθύτερες εσωτερικές τους ισορροπίες, τις σταθερότερες σημασίες τους: το χρήμα και το συναίσθημα.

Αποτελεί μια στιγμή νηφάλιας, ψύχραιμης ενατένισης των πραγμάτων, αλλά δεν παύει να είναι γραμμένο «στο μάτι του κυκλώνα», όπου, όπως είναι γνωστό, επικρατεί μια «παραπλαντική άπνοια». Με ισορροπία σχοινοβάτη επάνω στη διαφορά δυναμικού ψυχής όσων πηγαίνουν κι όσων επιστρέφουν από ένα ταξίδι μνήμης/λήθης του καταγωγικού μας οδυσσεϊκού μύθου. Παρότι κατέκτησαν πια το αστικό σαλόνι της προορισμένης Ιθάκης των, Η Αννα, ο Γιάγκος, η Ελένη, η Ειρήνη, δεν διαφέρουν κατ’ ουσίαν από τα πρόσωπα των άλλων έργων της Αναγνωστάκη. Αν τους αφαιρέσουμε τα κοινωνικά τους προσωπεία, μένουν οι ίδιοι. Θα τους ακούσουμε, τότε, να ψελλίζουν το περιπόθητο «έφτασα», όχι εκ του ασφαλούς, ελλιμενισμένοι, αλλά ως μεταμελημένοι πικρά. Ο νόστος για το ανέφικτο όνειρο της ευτυχίας εμμένει.

Στο «ταξίδι μακριά» (1995), με φόντο πάντα την ενδοοικογενειακή ρήξη, επιλέγεται, σκόπιμα, μια χαμηλόφωνη γραφή, που δεν «δείχνει» το θέμα της, αλλά πηγαίνει προς αυτό, σαν σε έναν στόχο που διαρκώς απομακρύνεται. Οι δυνάμεις που σπρώχνουν τους ήρωές της είτε σε μιαν αναίτια, φαινομενικά, δραπέτευση από το οικογενειακό άσυλο ή σε μια εξίσου αναίτια επιστροφή που ταράζει τα λιμνασμένα νερά της ζωής όσων έμειναν πίσω, κατονομάζονται σαν φυσικές δυνάμεις, φυγόκεντρες ή κεντρομόλες. Το κοινωνικό τους επώνυμο, κοινός παρονομαστής ενός ματαιωμένου βίου, δεν αναφέρεται, αλλά μαντεύεται να περνά σαν ελαφρός κυματισμός ή ρίγος, κάτω απ’ τη μόλις ταραγμένη επιφάνεια του λόγου τους…

Ο τέταρτος τόμος περιλαμβάνει την «Κασέτα» (1982). Ενα έργο παθιασμένης, κάθετης δομής, που μας εισάγει στο σκάνδαλο της μόνιμης γειτονίας με τον θάνατο. Της καθημερινής παρουσίας του θανάτου, στις γιορτές, στα πανηγύρια, στους γάμους, στις χαρές μας. Ενα έργο πένθους, αλλά όχι πένθιμο. Παραδόξως, αισιόδοξο, παρά την αυτοκτονία, στο τέλος, του ήρωα. Δεν κάνει κήρυγμα μοιρολατρίας, αλλά αναγορεύει, αντιθέτως, τον άνθρωπο σε απόλυτο κύριο της μοίρας του. Και αναδεικνύει την αδιαίρετη, αδιαπραγμάτευτη συνείδηση – ζωή, σαν μέγα αγαθό και πρώτο.

Make a Comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...

%d bloggers like this: