Χρυσές ανταύγειες σε μαύρα γυαλιά

Posted on April 10, 2009. Filed under: Αναγνωστάκη Λούλα |

  • ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: Εύθραυστη και ξαφνικά πολύ γήινη

Στον δρόμο κόσμος. Ερχονται από παντού για πουθενά. Οι ήρωές της μπροστά σε μια βιτρίνα μιλάνε. Γιάννης: «Τι έπαθες, ρε; Λέγε. Τι αισθάνεσαι;» Μιχάλης: «Τίποτα. Σαν να μην είμαι». Ρίχνει μια ψιλή βροχή βελόνες. Μια γάτα έξω από τον καθρέφτη κατεβαίνει με νύχια από ένα γυμνό δέντρο. Η έκλειψη Σελήνης έχει αρχίσει. Είναι Δευτέρα εξήμισι το απόγευμα. Ο Γιώργος Χρονάς με ανεβάζει με το ασανσέρ. Κατεβαίνω στη Χώρα της Λούλας Αναγνωστάκη. Η Κυρία είναι εδώ.

«Δεν ξέρουμε τίποτα για εσάς… Είστε η φαντασίωση που έχουμε για εσάς… Εύθραυστη και ξαφνικά πολύ γήινη…». Απαντάτε: «Αυθεντική. Ανθεκτική». «Τώρα που όλοι προσπαθούν να γίνουν εικόνες είστε Εικόνα ανέκαθεν… Χωρίς να εμφανίζεστε πουθενά είστε μια Μαγική Εικόνα στα μάτια μας». «Δεν καταλαβαίνω τίποτα από αυτά που λέτε… Είναι φυσικό αυτό που είμαι κι από ό,τι λέτε, ωραίο…»

Πριν τη δω δεν κοιμάμαι τρεις νύχτες. Οταν τη βλέπω είναι Αυτή: φοράει μαύρα, μαύρα γυαλιά, λευκή επιδερμίδα, μαλλιά ίσια που στις άκρες γίνονται κύμα, φωνή απαλή. Εμφυτη θεατρικότητα. Οικονομία στις κινήσεις. «Γοητεία είναι κάτι που τραβάει χωρίς απαραίτητα να είναι όμορφο ή σπουδαίο… Είναι ο τρόπος που περπατάει κάποιος, που θα γυρίσει να πει μια κουβέντα.. Χειρονομίες… Ο άνδρας μου… Τον ξέρετε; Αυτός ήταν γοητευτικός… Ο,τι έκανε είχε γοητεία… Γοητευτικός είναι κάποιος που μας ελκύει χωρίς να ξέρουμε γιατί… Μπορούμε να πούμε διάφορα, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε…». Κάθεται απέναντί μου… Το σπίτι ξύλο, πορφυρά χρώματα, αντικείμενα πολλά, χαλιά με σχέδια, ημίφως που δημιουργεί σκιές, ένα σπίτι που σε θέλει στα σπλάχνα του. Αφήνομαι.

Ο Ωνάσης και η Κάλλας είναι Ελληνες , οι φοιτητές είναι στους δρόμους ζητώντας καλύτερη παιδεία, η Ενωση Κέντρου, ο Γιάννης Χρήστου, μιούζικαλ, Αλίκη, Οδός Ονείρων, Λαμπράκηδες, Μικρές Αφροδίτες, Μουρσελάς, Μάτεσις, Ζιώγας, Θέατρο Τέχνης, Ομορφη Πόλη, μετανάστευση, Αντιγραφές του Γιώργου Σεφέρη, αντιπαροχή, μετανάστευση προς τα έξω αλλά και εσωτερική. Το 1965 η Λούλα Αναγνωστάκη αρχίζει τη μεγάλη πορεία της ως σπορέως με την τριλογία της Πόλης -Η Διανυκτέρευση, Η Πόλη, Η Παρέλαση-, που παρουσίασε σε ενιαία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης ο Κάρολος Κουν. Ο Κουν ανεβάζει ό,τι γράφει. Την περιμένει. «Καπνίζεις πολύ. Και εγώ καπνίζω πάρα πολύ. Δεν μπορώ να το κόψω», της λέει. Του αρέσει ο μαγικός ρεαλισμός της. Οι ήρωές της έρχονται από τις μικρές πόλεις στο στόμα του μεγάλου Θηρίου που από το στόμα του ρέει μέλι. Καλώς ήρθατε στον Νέο Κόσμο: αφήστε έξω τα ένστικτα και το πάθος σας και περάστε στο σαλόνι με τους ευνούχους. Οι ήρωές της περνάνε στο σαλόνι ουρλιάζοντας. Δίπλα μας η Σοφία τού Ο Ουρανός Κατακόκκινος, καθισμένη σε μια πολυθρόνα μάς διακόπτει: «Δεν θέλω να είμαι ο μέσος όρος! Τίποτε από ό,τι έχουν αυτοί δεν με συγκινεί. Νεκροί είναι όλοι. Πεθαμένοι. Αυτό είναι».

Η ζωή των ηρώων της ένα ουράνιο τόξο από μαύρη απελπισία, πορφυρή πρόζα, μπλε διάθεση, κόκκινη ομίχλη και λευκά ψέματα που χρωματίζουν πάντα τη ζωή κάθε ευαίσθητου που πληρώνει τη διαφάνειά του. Οι ήρωές της βαδίζουν σαν υπνοβάτες σε ένα τεντωμένο σχοινί. Οταν σηκώνεται ο φοβερός άνεμος συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται πολλά μέτρα πάνω από το έδαφος. Οι τυχεροί καταφέρνουν να περάσουν από τη μια άκρη στην άλλη. Οι πιο τυχεροί όμως πέφτουν. Και πετάνε. «Αυτοί οι άνθρωποι που κάνουν το άλμα γίνονται, δεν γεννιούνται…Διαφέρουν από τους άλλους, έχουν κάτι αλλιώτικο… Το κάνουν το άλμα ή το κάνουν λανθασμένα… Είμαστε πάντα άνθρωποι που ξεπερνάμε ή δεν ξεπερνάμε τα όρια… Αλλά πριν είμαστε ασήμαντοι για τους άλλους… Είναι πάντα σημαντικοί, αλλά δεν το καταλαβαίνουν οι ίδιοι, ή το καταλαβαίνουν στην περίπτωση του Παύλου… Η Βάσω έχει κάτι το ιδιαίτερο… Δεν μπορούμε να πούμε τι είναι, αλλά το ξέρουν ότι είναι ιδιαίτεροι. Και βασανίζονται από αυτό…».

Τη ρωτάω: Είστε με τους νικημένους. Υπάρχουν νικημένοι σήμερα; «Αυτοί που δεν πέτυχαν τίποτα στη ζωή τους είναι σήμερα οι νικημένοι… Είτε από ανικανότητα είτε από λάθος δεν πέτυχαν στη ζωή τους..». Ο Γουίλιαμ Μπλέικ μας είπε ότι το δάκρυ είναι μια διανοητική πράξη και δεν υπάρχει τίποτα σαν την υγρασία των ματιών που καθαρίζουν την όραση που δημιουργείται από ιστορίες ανθρώπων που πριν από την πτώση δεν ήταν παρά «συνηθισμένοι».

Ο Ιβάν μονολογεί έξω στην πλατεία: «Κανένα έλεος για μας που αιώνες ολόκληρους βασανιστήκαμε, συρθήκαμε σε άσκοπους πολέμους, σε επαναστάσεις, νικήσαμε και νικηθήκαμε. Εμείς… Οι αισθηματικοί άνθρωποι. Οι ευσυγκίνητοι, οι άπληστοι για ζωή. Εμείς. Οι αφύλακτοι αριστοκράτες της ιστορίας». Μου λέτε καθισμένη απέναντί μου σαν να είμαστε έτοιμοι να παίξουμε σκάκι: «Η ελευθερία είναι κάτι πέρα και πάνω από τον άνθρωπο που δεν το καταλαβαίνει… Είναι κάτι σπασμένο, όπως αυτός που κυνηγάει τον Πάπα ή κάτι που το μέγεθός του είναι μικρότερο από αυτό που ζητάει… Ζητάει τον Θεό χωρίς να καταλαβαίνει ότι αυτό που ζητάει είναι πάρα πολύ…».

Δύο ή τρία πράγματα που ξέρουμε γι’ αυτήν, από αυτήν: κάποτε κάπνιζε… είναι από τη Θεσσαλονίκη… ήταν μια γάτα η Αγαύη της… της άρεσαν οι άσκοπες βόλτες… δεν θέλει οι φίλοι της να θυμώνουν μαζί της… της αρέσει το τρένο για την Κατερίνη του Μάνου Ελευθερίου… τα πρωινά τηλεφωνήματα με φίλους… ο Μανέ… θα ‘θελε να παίζει ένα όργανο… η Σίλβια Πλαθ… Ναι… δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα. Τύμπανο μέσα σε άλλο τύμπανο. Μια Σφίγγα.

«Στο ερωτηματολόγιο του Προυστ απάντησα ότι θα ήθελα να επιστρέψω ως ιδεολογία… Δεν είναι ωραίο; Μιλούσαμε για τον Ολυμπιακό εκείνη τη στιγμή με τον Στάθη… γελούσαμε… Δεν εννοούσα αυτό όμως… Πίστευα σε ιδεολογία όταν ήμουν νέα, πολύ νέα… Οτι θα αλλάξω τον κόσμο… Θέλουμε να έχουμε και σήμερα ιδεολογίες… Χωρίς αυτές τι θα γινόμασταν… Αν οι διανοούμενοι πρέπει να μιλάνε; Ναι πρέπει, αρκεί να μην αποθρασύνονται… Δεν τους ενδιαφέρει… Βρήκε ο καθένας τον δρόμο του… Το κίνημα ανάβει-σβήνει… Ανάβει λίγο, σβήνει… Το καθένας μόνος του είναι τραγικό… με μια μικρή παρέα είναι καλύτερα… Παρακμή; Δεν τη σκέφτηκα ποτέ… Ο,τι μπορώ κάνω…».

Σήμερα ζούμε την αποθέωση της νεότητας. «Ε… Καλό είναι… Η νεότητα είναι αξία καθαυτή… Τα παιδιά βρήκαν τον εαυτό τους… Αν τα παιδιά πιστεύουν, μπορούμε να πιστεύουμε κι εμείς… Κάτι πιστεύουν ακόμα και θέλοντας να γκρεμίσουν τα πάντα… Δεν πρέπει να τους κόβει κανείς… Αργότερα θα αποφασίσουν οι ίδιοι…». Και ο σκληρός μήνας Δεκέμβριος; «Πώς μου φάνηκε; Μου άρεσε… Τα μαγαζιά; Αλλοτε έπεφταν άνθρωποι…».

Υπάρχουν δημιουργοί, καλλιτέχνες, οραματιστές, τρελοί, προφήτες, που ονειρεύτηκαν και υπέφεραν. Ανθρακωρύχοι της ψυχής, μάς κάνουν να αισθανόμαστε τόσο υπέροχα μόνοι, τόσο συγκλονιστικά ελεύθεροι, τόσο μοναδικοί που το λιγότερο που τους χρωστάμε είναι η απόλαυσή μας. Για να αλλάξεις τον μοντέρνο κόσμο πρέπει πρώτα να μάθεις να τον αγαπάς.

Η κυρία Αναγνωστάκη αγαπάει.

Make a Comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...

%d bloggers like this: