Το παιχνίδι των ζαριών-Μια περιπλάνηση στο θέατρο του Διαλεγμένου

Posted on October 12, 2009. Filed under: Διαλεγμένος Γιώργος |

  • Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας των «Απάντων» του, από τις εκδόσεις «Αιγόκερως»
  • Γιώργος Διαλεγμένος: Απαντα τα θεατρικά, εκδόσεις «Αιγόκερως», α’ τόμος, σ. 351, 15,68 ευρώ , β’ τόμος, σ. 383, 15,68 ευρώ

Από τις εκδόσεις Αιγόκερως, στη σειρά «Δραματουργία», κυκλοφόρησαν (2007), σε δύο τόμους, τα άπαντα του Γιώργου Διαλεγμένου. Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει ένα ψευδο-αυτοβιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, γραμμένο στο γνωστό γλαφυρό, ειρωνικό, σαρκαστικό ύφος του, πρόλογο του Κώστα Γεωργουσόπουλου και μία σύντομη εισαγωγή από τη θεατρολόγο και κριτικό Ειρήνη Μουντράκη. Περιέχονται σε αυτόν τα έργα: «Χάσαμε τη θεία στοπ», «Μάνα-μητέρα-μαμά», «Σε φιλώ στη μούρη» και «Μην ακούς τη βροχή». Ακολουθεί παραστασιολόγιο, μια επιλογή κριτικών και φωτογραφίες από τις παραστάσεις. Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει το κείμενο μιας συνέντευξης στον Θανάση Λάλα, τα έργα «Λόγω φάτσας», «Η νύχτα της κουκουβάγιας», «Bella Venezia», και το ραδιοφωνικό μονόπρακτο «Ο,τι πεις, αγάπη μου». Ακολουθεί και εδώ παραστασιολόγιο, επιλογή κριτικών, φωτογραφίες. Και τους δύο τόμους κοσμούν γελοιογραφίες του Κώστα Μητρόπουλου με λεζάντες εμπνευσμένες από τίτλους έργων του Διαλεγμένου, που έχουν πια περάσει στην καθημερινή μας γλώσσα.

Η έκδοση, σε τυπογραφική επιμέλεια κειμένου της Εφης Βενιανάκη, είναι γενικά φροντισμένη, με κάποιες μικρές αβλεψίες. Π.χ. το όνομα του ηθοποιού Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου αποδίδεται ως Παπασπηλιωτόπουλος (δεύτερος τόμος, σελ. 302).

Στο ενδιαφέρον προλογικό σημείωμα ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γράφει, ανάμεσα σε άλλα, τα πιο κάτω:

«Ο Γιώργος Διαλεγμένος έπεσε σαν μετεωρίτης στη θεατρική μας αγορά. Και αποδείχτηκε πάμφωτος γαλαξίας που απλώς υποδύθηκε τον κομήτη για να μας παραπλανήσει. Νομίζω πως αυτή η παρομοίωση ερμηνεύει σχεδόν αποκαλυπτικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στον χώρο των θεατρικών μας συναλλαγών αυτός ο λαϊκός είρωνας. Σαν τους αντάρτες των πόλεων, ο Διαλεγμένος “χτυπάει και φεύγει”. Ενεργεί χωρίς μέθοδο, σύστημα, οργάνωση, σχέδιο, ακόμη και χωρίς συγκεκριμένο σκοπό ή, καλύτερα, ο σκοπός του διαρκώς αναθεωρείται, λες και προσπαθεί να μπερδέψει τις διωκτικές αρχές.

Αλλάζει συνεχώς και στόχο και στόχαστρο και όπλο και θέση βολής. Αν τον ρωτήσεις, η αυτονόητη απάντηση που θα πάρεις είναι πως η ζωή έτσι είναι – έρμαιο της τύχης και διακύβευμα, δηλαδή ζαριά. Πουθενά αλλού στη λογοτεχνία μας και κανείς άλλος συγγραφέας δεν απέδειξε στην πράξη την ηρακλείτεια σύλληψη: “Ο χρόνος είναι ένα παιδί και παίζει ζάρια. Αυτός είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού”. (…) Μάλιστα είναι το αλητάκι που παίζει με τσιμπημένα, φτιαγμένα ζάρια, που παίζει σε βάρος όλων μας τον “παπά”…».

Πράγματι, κάθε θεατρικό έργο (και όχι αναγκαστικά του Διαλεγμένου) δεν μπορεί να ξεκινήσει να γράφεται παρά μόνο από μια τυχαία ριγμένη ζαριά, σαν ένα παίγνιον. Το ζήτημα είναι όμως πώς τελειώνει κάποιος την αρχινισμένη παρτίδα, με ποιες μεθοδευμένες τακτικές κινήσεις και με ποια μελετημένη στρατηγική τη φτάνει ώς το τέλος της. Ο μέγιστος Ιψεν αναγνώριζε ως μόνο ταλέντο του να τελειώνει θεατρικά έργα. Οχι να γράφει. Ετσι έλεγε. Επειδή έρχεται η στιγμή όπου το τυχαία ριγμένο γραπτό δεν θέλει πια να είναι τέκνο της τύχης και της ανάγκης. Γίνεται γραμμένο της μοίρας, αλλά όχι ως έοικεν, τυχαία και αυτόματα. Με σκοπό, με στόχο και με δόλο. Τα ζάρια του γραφέα που παίζει, λοιπόν, είναι όντως τσιμπημένα, φτιαγμένα. Οχι «σε βάρος μας», όμως. Επειδή σ’ αυτό το γιγάντιο παιχνίδι των ζαριών που ονομάζεται δημιουργία, δεν ισχύουν οι κοινοί κανόνες, αλλά ο αρχαίος κανόνας της αμοιβαιότητας «Χάνει όποιος κερδίζει τα περισσότερα, κερδίζει όποιος χάνει τα πιο πολλά». Το λέει και ο Ησίοδος: «Μωροί όσοι δεν γνωρίζουν ότι το μισό είναι παραπάνω απ’ το ολόκληρο».

Αλιεύοντας ένα τυχαίο περιστατικό, από τις ειδήσεις, από μια κουβέντα που πήρε το αυτί του στον δρόμο, από τις μέσα σελίδες των εφημερίδων, ο Διαλεγμένος το εντάσσει στη ροή του γενικότερου γίγνεσθαι και του προσδίδει καθολική σημασία. Το συμβολοποιεί, κάτω απ’ τη σκοπιά όχι ενός τυχαίου συμβάντος, αλλά ενός μοιραίου γεγονότος. Αν περιοριζόταν απλώς να το καταγράψει σε μια συμπτωματολογία του καθημερινού, δεν θα ήταν ο Διαλεγμένος, αλλά ένας άλλος συγγραφέας. Το έργο του «Σε φιλώ στη μούρη», π.χ., ξεκινά με αφορμή ένα πραγματικό περιστατικό, έναν έντελώς αναίτιο φόνο που διεπράχθη πριν από περίπου πενήντα χρόνια στο Παγκράτι, όταν ένας έφηβος με διαταραγμένο οικογενειακό ιστορικό και βεβαρημένο ψυχισμό (Δ.Ζ.) μαχαίρωσε στον δρόμο μια άγνωστή του γυναίκα (Μ.Μ.), που συνάντησε τυχαία, καθώς εκείνη έβγαινε από τον κινηματογράφο «Χαρά». Τα πρώτα λόγια του «Αργύρη» στο έργο αυτό αναπαράγουν πιστά μέρος της απολογίας του δράστη εκείνου του φόνου. Αλλά ο Διαλεγμένος δεν «φωτογραφίζει» πιστά τα γεγονότα για να γράψει ένα έργο – ντοκουμέντο. Τα χρησιμοποιεί σαν έναυσμα, προκειμένου ν’ αναπτύξει μετά τη δική του συλλογιστική και να καταθέσει την προσωπική άποψή του πάνω στο αιώνιο, αναπάντητο ερώτημα: «Πώς μπήκε το κακό στον κόσμο; Ποιος φταίει για τον πρώτο φόνο;».

Κάτι ακόμη: το μοιραίο διόλου δεν ταυτίζεται, όπως πολλοί πιστεύουν λαθεμένα, με το αναπότρεπτο. Υπάρχει ανάμεσά τους μια διάκριση που πρέπει να την έχουμε πάντοτε και σε κάθε περίσταση στο νου μας: αντίθετα με το τυχαίο, που επισυμβαίνει μηχανιστικά (μας πέφτει μια γλάστρα στο κεφάλι), το μοιραίο είναι πάντοτε αποτέλεσμα επιλογών μας. Εμείς μόνοι αποφασίσαμε (γνωρίζοντας ή όχι, αδιάφορο, το ενδεχόμενο) να περάσουμε… κάτω απ’ το μοιραίο μπαλκόνι.

Ο Διαλεγμένος προσθέτει στα έργα του, στη διαπλοκή της τύχης με τη μοίρα, μια διάσταση ηθική. (Προσοχή, όχι ηθικολογική, δηλαδή άνωθεν δοσμένη). Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να πράξει, αλλά έχει την ευθύνη της επιλογής του. Εδώ, σε αυτή τη ζωή, όχι αλλού, πληρώνονται όσα κάνουμε και όσα παραλείπουμε. Σε όλα τα έργα του διακηρύσσει ο συγγραφέας αυτή την αρχή, σε κάθε ευκαιρία, μετατρέποντάς τη σε ελατήριο της δραματουργίας του.

Εχει στόφα τραγική, λοιπόν, το θέατρο του Διαλεγμένου; Κατά την άποψή μου, αναμφίβολα ναι. Υποστήριξα κάτι τέτοιο απ’ την αρχή και πιστεύω ότι δεν έκανα λάθος. Μόνιμος πρωταγωνιστής του είναι ο ίδιος πάντα «Θίασος σκιών» της νεοελληνικής οικογένειας, που σπαράζεται από αρχέγονα πάθη, «οικεία κακά». Στο πρώτο του έργο («Χάσαμε τη θεία στοπ»), βλέπουμε τον συγγραφέα να ψηλαφεί διερευνητικά το θέμα του τακτοποιώντας και οργανώνοντας το υλικό του πριν θίξει καίρια το θεμελιακό πρόβλημα του νεοελληνικού βίου μας, που είναι η διαταραγμένη, τραυματική σχέση μάνας-παιδιού, όταν η μάνα νιώθει να κλονίζεται μέσα της η πίστη στην αποστολή της, ένα γεγονός που εκδηλώνεται με την υπερπροστασία ή την αδιαφορία. Στο επόμενο έργο του Διαλεγμένου… η απλή θεία προβιβάζεται σε τρισυπόστατον μιας θηλυκής Θεότητος: Μάνα-μητέρα-μαμά, και ο στόχος προβάλλει καθαρά στο στόχαστρο μέσα απ’ το τυραννισμένο παράπονο της τυραννικής μητρός αμήτορος. Ο τίτλος του έργου παραπέμπει, πιστεύω, συνειδητά ή ασυνείδητα, στο παλαιότατο τρισυπόστατον της αρχέγονης μητρικής περσόνας, που κληρονόμησε ο Χριστιανισμός. Σημειώνω ότι σε κάποιες αιρέσεις των πρώτων χριστιανικών αιώνων πίστευαν ακόμη πως το Αγιο Πνεύμα (η παγκόσμια ψυχή) είχε μητρικό χαρακτήρα.

Στο επόμενο έργο, «Σε φιλώ στη μούρη», προστίθεται καίρια δίπλα στην απούσα μάνα η πατρική μορφή του άστοργου «πατρός απάτορος». Εδώ τα πράγματα γίνονται πολύ πιο σύνθετα και συνάμα αγριεύουν, αφηνιάζουν. Ολα τα πρόσωπα του έργου αυτού μοιάζουν σαν πιασμένα σε διπλή παγίδα. Η αδράνειά τους απ’ τη μια μεριά τα σπρώχνει στο περιθώριο του κοινωνικού βίου και η (όποια) σπασμωδική δράση τους απ’ την άλλη (όπως η απαγορευμένη ερωτική επαφή του «Μήτσου» με τη μητέρα του παιδιού του, που παραβίασε ένα ισχυρό κοινωνικό «ταμπού») επιστρέφει αδιέξοδα στον εαυτό της, γεννώντας νέες δομές εξουσίας που δένουν τους ήρωες σε ολοένα νέα δεσμά. Αν το κεντρικό πρόβλημα που θέτει το «Σε φιλώ στη μούρη» μοιάζει σε πρώτο επίπεδο να εντοπίζεται στο δίλημμα δράση-αδράνεια, ιδωμένο απ’ την πλευρά του Αργύρη (ο καρπός του παράνομου έρωτα), μετατοπίζεται στον παράλληλο άξονα του ερωτήματος: Είναι καλύτερο να γεννιέται κανείς ή να μη γεννιέται; Που είναι αυτόχρημα ένα τραγικό, οιδιπόδειο ερώτημα. Οντως, η σπουδαία και μόνη πράξη του «Μήτσου» να φέρει στον κόσμο έναν γιο παρά τις αντίθετες ενδείξεις, σπρώχνει τη δράση και απελευθερώνει τις δυνάμεις που θα καθορίσουν τελικά τη μοίρα του και τη μοίρα των άλλων προσώπων. Μέσα σ’ έναν κόσμο γενικά και ειδικά εκπεσμένο, το τραγικό στοιχείο, μη έχοντας πού αλλού να πάει, έχει βρει καταφύγιο στους απόβλητους! Ας μη μας ξενίζει, λοιπόν, ότι ο Λάιος είναι σήμερα ένας άστεγος ρακοσυλλέκτης και η «Ιοκάστη» του μια τρελή που την έκλεισαν στο ίδρυμα. Και ότι ο Οιδίποδας έρχεται με τη στολή του κρανοφόρου της αστυνομίας, του μισθοφόρου της βίας, ψάχνοντας απεγνωσμένα να λύσει το αίνιγμα της καταγωγής του. Ο Φρόυντ έχει πει ότι ο «Οιδίπους», σήμερα, δεν μπορεί να «σκοτώσει» τον πατέρα, σε επίπεδο συμβολικό. Η πατροκτονία μένει μετέωρη, αναπόδοτη στο έργο. Στη θέση του ενόχου θα θυσιαστεί το αθώο θύμα, η πόρνη Ρίτα, ένας ακόμη «αμνός αίρων τις αμαρτίες του κόσμου».

Πέρα από ένα άρτιο θεατρικό έργο με ρέοντα, κάποτε πληθωρικό λόγο και ζωντανά πρόσωπα, το «Σε φιλώ στη μούρη» (ένας τίτλος που ηχεί ως ανεστραμμένη βλαστήμια), είναι ίσως η πιο τολμηρή προσπάθεια του νεοελληνικού θεάτρου να ψηλαφήσει το αθέατο τραγικό πρόσωπο της δικής μας εποχής. Ο θεατής βυθίζεται στη δίνη της ψυχής των ηρώων για να αναγνωρίσει σε αυτούς όψεις του κρυμμένου εαυτού του.

Το τέταρτο έργο του Διαλεγμένου («Μην ακούς τη βροχή»), ξεκινά με μια προλογική σκηνή «μεταφυσική», σύμφωνα με τη ρητή δήλωση του συγγραφέα. Οπου οι μοίρες έρχονται να σφραγίσουν τη γέννηση του «Φάνη» με μια προαιώνια κατάρα που θα «φέρει», ως τιμωρία. (Για σφάλματα που διέπραξε ίσως σε προηγούμενες ζωές του;) Ο λόγος του συγγραφέα γίνεται ηθελημένα αρχαΐζων και αποσπασματικός, θυμίζοντας ακούσματα πυθαγόρεια ή σπαράγματα ορφικών ύμνων. Το όνομα «Φάνης» παραπέμπει στην ορφική κοσμογονία, σύμφωνα με την οποία ο πρωτογέννητος Φάνης ή Ερως, βγήκε μέσα από ένα αβγό που το γέννησε η νύχτα. Επισημαίνω όμως επίσης τη συνειρμική παρηχητική σχέση των λέξεων Φάνης-φόνος. Η γέννηση του ανθρώπου είναι, άρα, ένας μικρός, δυνάμει φόνος, κάθε γέννηση είναι μια πτώση στον κόσμο των φαινομένων, και μια αμαρτία. Επανερχόμαστε έτσι στο τραγικό οιδιπόδειο ερώτημα, που είναι συγχρόνως ένα ερώτημα «λαϊκό»: αν είναι καλύτερο να γεννιέται ο άνθρωπος ή να μη γεννιέται.

Βρισκόμαστε όμως ήδη στην καρδιά της τραγικής συνείδησης, καθώς το τυπικό μικροαστικό ζευγάρι του έργου, οχυρωμένο στη φαινομενική ασφάλεια που του παρέχουν τα ιδεώδη της εποχής, της τάξης και της γενιάς του, συντρίβεται ξαφνικά κάτω απ’ το βάρος ενός απρόβλεπτου γεγονότος, της γέννησης ενός σπαστικού παιδιού. Το τραγικό στοιχείο εντοπίζεται στην ανατροπή της καθιερωμένης τάξης που η γέννηση αυτή συνεπάγεται (από ευτυχίας εις δυστυχίαν) και η τελική ενσυνείδητη αποδοχή της μάνας να σηκώσει μόνη τον σταυρό μιας βεβαρημένης, χωρίς ελπίδα, μητρότητας, έρχεται την ώρα που πρέπει, ως καθαρτήρια λυτρωτική έξοδος. Ο Διαλεγμένος, εδώ, καταφέρνει να «χωρέσει» σε ένα τυπικό αστικό διαμέρισμα όλο τον ανθρώπινο πόνο, μιλώντας απλά και ανθρώπινα, χωρίς ίχνος μεγαλοστομίας και ρητορείας.

Για το «Λόγω φάτσας» ο κριτικός Γιάννης Βαρβέρης καίρια συνοψίζει τη θετική αποδοχή του έργου από την κριτική: «Με σαφέστατη γνώση και έλεγχο του γλωσσικού οργάνου ενός εκάστου των ηρώων του, ο Διαλεγμένος βυθίζεται στο τσεχωφίζον πλέγμα της ιδιότυπης κατάστασης και με πικρό σαρκασμό, λυρική απελπισία αλλά και κατάφαση ζωής γράφει ένα ιλαροτραγικό ρέκβιεμ για τη μάταιη συναλλαγή μεταξύ του κόσμου που πεθαίνει και του απατεωνίσκου ζωοδότη κόσμου που έρχεται. Ενός κόσμου που καταφτάνει λάβρος, υπόσχεται, εξαγοράζεται, διαλύει και φεύγει. Χωρίς διανοουμενισμούς, με δήθεν γραμμικότητα που υπονομεύεται από καλοστημένες “παγίδες” διέσεων και υφέσεων, με σπασμωδικότητες που απηχούν πιστά τις στάσεις της ανθρώπινης περιπέτειας, με αλεπάλληλες σκοπεύσεις του νυστεριού στον απώτατο μυχό των άρρητων κινήτρων (…) ο Διαλεγμένος εξοφλεί με τις μυθολογίες και τα επιφαινόμενα σερβίροντας στον θεατή στυγνά μαζί και τρυφερά το επιδόρπιο της αυταπάτης, τη συμπερασματική χαμηλόφωνη απελπισία».

Δεν διαφωνώ με τα πιο πάνω, επισημαίνω εν τούτοις, δίπλα στις αναμφισβήτητες αρετές, ένα μικρό δομικό μειονέκτημα του έργου. Τα τρομερά που συμβαίνουν σε χρόνο αφηγηματικό, παρελθόντα, όπως το έγκλημα του πρώην κατάδικου Λουκά, που περιγράφεται από τον ίδια γλαφυρά και ωμά, υπερβαίνουν κατά πολύ σε βαρύτητα όσα «ελαφρά» και σχεδόν φαιδρά συμβαίνουν σε χρόνο ενεστώτα, δρώντα, ενεργητικό. Δεν βρίσκουν ισοδύναμο αντίκρισμα και δεν «εκβάλουν» φυσικά σε αυτόν. Το έργο έτσι πάσχει από μια έλλειψη εσωτερικής ισορροπίας ή, αν μπορούμε να το πούμε, «αντικειμενικής συστοιχίας».

Στη «Νύχτα της κουκουβάγιας», αντιθέτως, συμβαίνουν όλα όσα πρέπει και όσα μπορεί να συμβούν. Εδώ «παντρεύονται» ομαλά το παρόν με το παρελθόν, η δράση με την αφήγηση, ενώ τα μεγάλα προτάγματα του ανθρώπινου βίου, το αίτημα της ηθικής και το ζητούμενο της ταυτόχρονης αισθητικής του πληρότητας βρίσκουν την προορισμένη αντιστοιχία τους. Ο Διαλεγμένος καταγγέλλει αδιάλλακτα τον διαχωρισμό που επέβαλε από την Αναγέννηση και ύστερα ο πολιτισμός της Δύσης, γεννώντας ως αυτοτελή την κατηγορία της αισθητικής, αφού υποβίβασε πρώτα το ηθικό κατηγόρημα σε υποκριτική ηθικολογία. Επαναφέρεται γενναία, με το έργο αυτό του Διαλεγμένου, μια στάση ενιαία, ηθική και αισθητική μπροστά στη ζωή και μπροστά στον θάνατο. Που, εκείνος τουλάχιστον, δεν κατέχει από χωριστές κατηγορίες, βάζει μαζί, στο ίδιο σακί, την αισθητική και την ηθική του: όπως έζησες, άσχημα ή όμορφα, δίκαια ή άδικα, έτσι θα πεθάνεις. Μια αντίληψη και μια στάση γνήσια λαϊκή, που διαποτίζει τους αρμούς αυτού του έξοχου έργου. Η συνταρακτική σκηνή του τέλους, της συνάντησης θύτη και θύματος στον Αδη, είναι ό,τι δυνατότερο έχει γραφεί στο μεταπολεμικό μας θέατρο.

Στην «Bella Venezia» ο Διαλεγμένος καταπιάνεται με ένα θέμα-ταμπού στην Ελλάδα, το ξύπνημα της γυναικείας σεξουαλικότητας και την ανακάλυψη από το θήλυ της γυναικείας ταυτότητας. Ενα θέμα ούτως ή άλλως δύσκολο, πόσω μάλλον όταν η ανάδυση της ταυτότητας του φύλου πραγματοποιείται συνήθως όχι ομαλά, τραυματικά για τη γυναίκα, μέσα από δομές καλυμμένης ή απροκάλυπτης βίας, και η γυναίκα γίνεται, όχι φύσει, αλλά θέσει και κατά συνθήκη. Με συνέπεια ένα χαίνον τραύμα στον ψυχισμό της, που μεταβιβάζεται πάντα στα παιδιά της. Ο Διαλεγμένος πηγαίνει από το σύμπτωμα στην αιτία, με πρόσχημα μια περίπτωση «ασύμμετρου έρωτα» (όπως λέμε «ασύμμετρες απώλειες»), μεταξύ κόρης και πατριού. Σκάβει βαθιά στη ρίζα για να βρει ένα χαμένο μονοπάτι αλήθειας, και το βρίσκει. Φόρμα και περιεχόμενο συνεργάζονται άψογα δένοντας ένα θεατρικό «διαμάντι». Σπάνια καταφέρνει να εισδύσει τόσο βαθιά στην ψυχή της γυναίκας και στον κόσμο της γυναικείας επιθυμίας, ένα έργο γραμμένο από άντρα.

Το ραδιοφωνικό μονόπρακτο «Ο,τι θες, αγάπη μου» είναι μια σαρκαστική συζυγική τραγικωμωδία «δωματίου» που καταλήγει σε πλήρη ανατροπή, αιφνιδιάζοντας το κοινό.

  • Από τον Λέανδρο Πολενάκη, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Make a Comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...

%d bloggers like this: