Αναγνωστάκη Λούλα

Οκτώ επιστήμονες και ένα υστερόγραφο για τη Λούλα Αναγνωστάκη

Posted on April 10, 2009. Filed under: Αναγνωστάκη Λούλα |

Αυλαία και πάμε:

1Γνωστό σχεδόν τοις πάσι, αλλά ωστόσο πρέπει να λεχθεί. Η επανάληψη πάντοτε δυναμώνει τη Μνήμη και την απλώνει στον Χρόνο. Η Λούλα Αναγνωστάκη εμφανίζεται στο θέατρο το 1965 με τα μονόπρακτα έργα η Διανυκτέρευση, η Πόλη και η Παρέλαση, που παρουσιάζονται στο Θέατρο Τέχνης και σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν σε ενιαία παράσταση με τον τίτλο Η Πόλη. Ακολουθεί το 1967 η Συναναστροφή στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Επονται τα έργα Αντόνιο ή το μήνυμα, η Νίκη, η Κασέτα, ο Ηχος του όπλου (1972, 1978, 1982 και 1987, αντίστοιχα), όλα ανεβασμένα στο Θέατρο Τέχνης και υπό τις οδηγίες του Κάρολου Κουν. Ακολουθούν το 1990 τα Διαμάντια και μπλουζ, σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, από τον θίασο της Τζένης Καρέζη και του Κώστα Καζάκου, το 1995 το Ταξίδι μακριά, και πάλι στο Θέατρο Τέχνης -εστία πολύτιμη-, με τον Μίμη Κουγιουμτζή σκηνοθέτη αυτή τη φορά, το 1998 ο Ουρανός κατακόκκινος στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτωρα Αρδίτη και τέλος -αλήθεια, τέλος;- το 2003 ο Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθετεί το Σ’ εσάς που με ακούτε. Παραστάσεις που διατρέχουν σχεδόν μισόν αιώνα Κόσμου παρακολουθώντας τον.

Δεν θα μείνω στις παραστάσεις των έργων αλλά στα ίδια τα έργα. Είναι κοινός τόπος ότι άλλο πράγμα το έργο και άλλο η παράστασή του. Οσο κι αν το θεατρικό έργο εν πολλοίς προορίζεται από τον δημιουργό του για να ζωντανεύσει σε μία σκηνή, ωστόσο δεν παύει να αποτελεί και ρέοντα Λόγο -διάλογο, μονόλογο ή σκέτη σιωπή και (ανά)παύση- που μοναχικά διαβάζεται και εσωτερικά ανακοινώνεται στον σιωπηλό του αναγνώστη. Εν αρχή ην ο Λόγος. Scripta manent. Κάποια κρυμμένη σημασία θα έχουν αυτά.

2 Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη που, κατά γενική ομολογία, έφεραν μια νέα «μυρωδιά» στο Νεοελληνικό θέατρο, έρχονται και συναντούν και συγχρωτίζονται με μία παγκόσμια αύρα. Αύρα που έχει ονόματα όπως -ενδεικτικά αναφέρω- Williams, Pinter, Beckett, Alby. Και αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι τα έργα τής Αναγνωστάκη δεν πρέπει να εξετάζονται υπό το στενό πρίσμα της ελληνικότητας, μολονότι την εμπεριέχουν και θεματικά -κυρίως- την κουβαλούν. Η ελληνικότητα των έργων της έχει να κάνει αναμφίβολα με την ιστορία τού τόπου, στη μεταπολεμική, κυρίως, περίοδό του, με την ελληνική οικογένεια και τα περιστατικά της, με την ελληνική γεωγραφία, με την εν γένει ελληνική πραγματικότητα. Από εκεί και πέρα όμως τα πράγματα μεταβάλλονται. Αίφνης θαρρεί κανείς πως οι ήρωές της είναι Ελληνες που φέρουν το παγκόσμιο στίγμα. Δηλαδή το πανανθρώπινο. Η ηρωίδα Σοφία Αποστόλου, για παράδειγμα, από τον Ουρανό κατακόκκινο θα μπορούσε να κατάγεται από παντού. Φιγούρα σχεδόν αρχετυπική. Οταν μας συστήνεται λέγοντας Ιδού εγώ …η Σοφία Αποστόλου και αρχίζει να μας αφηγείται τα δεινά της, είναι σαν να μας ανακοινώνει: Ιδού εγώ… ο άνθρωπος.

3Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι βαθύτατα ατομικά και ανθρώπινα. Και ταυτόχρονα έργα βαθύτατα πολιτικά και συνείδησης συλλογικής. Πώς αλλιώς άλλωστε; Το βαθύτατα πολιτικό εξ ορισμού είναι και ανθρώπινο. Και το βαθύτατα ατομικό σαν να διακτινίζεται και να διαχέεται μέσα στον Κόσμο. Απορροφά τον Κόσμο και από αυτόν απορροφάται. Πολλές οι περιπτώσεις στην Ιστορία του θεατρικού και μη Λόγου. Μερικές σημαίνουσες αναφορές: Καβάφης, Στρίντμπεργκ, Πεσόα. Και πάει λέγοντας. Στα έργα της Αναγνωστάκη το ατομικό στέκεται απέναντι από το συλλογικό. Οχι εχθρικά απέναντι του όμως. Με θαυμασμό απέναντί του στέκεται και το παρατηρεί. Το ένα να καταλάβει και να κατανοήσει το άλλο. Και κάπως έτσι ο φωτεινός τους Γάμος συντελείται και επέρχεται το θαύμα της αφομοίωσης. Στον Ηχο του όπλου μέσα σ’ ένα σπίτι η συνάντηση της μάνας με τον γιο, που έχει έναν ολόκληρο χρόνο να τον δει, και έξω η πανηγυρική προεκλογική ατμόσφαιρα. Δοχεία παράλληλα, αν όχι συγκοινωνούντα. Στο Σ’ εσάς που με ακούτε και τα εννέα πρόσωπα του έργου εμπεριέχουν και εκφράζουν αποσπασματικά την Πολιτική και τον Ερωτα. Το πολλαπλό Εμείς και το πάντοτε μοναχικό Εγώ. Ερχονται κοντά και ύστερα πάλι χάνονται. Συνεμίγησαν όμως. Κι αυτό έχει ύψιστη σημασία.

4 Η ωραία ταλάντωση των προσώπων της. Τα πρόσωπα των έργων της Λούλας Αναγνωστάκη δίνουν την εντύπωση προσώπων που «αιωρούνται». Αιωρούνται ανάμεσα στο στέρεο και το αέρινο, στο πριν και το μετά, ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, περσόνες που είναι σαν να στέκονται μονίμως αναποφάσιστες μπροστά σε ένα τεράστιο χάσμα, μεταξύ του εφιάλτη και της φαντασμαγορίας, πρόσωπα μεταιχμιακά, πρόσωπα ανάμεσα σε Διαμάντια και μπλουζ, σαν να λέμε, με άλλα λόγια, ανάμεσα στο Φως και την υποδόρια Κατάθλιψη που αυτό μπορεί ενίοτε να επιφέρει. Λες και οι ήρωές της πάσχουν από διάθλαση των προθέσεών τους και τα πάντα -για όποιον διαβάζει ή βλέπει τα έργα της- είναι ανοιχτά στην εικασία. Ο Baudlaire έλεγε πως ομορφιά είναι κάτι θλιμμένο, κάτι αόριστο και πάντοτε ανοιχτό στην εικασία. Τα πρόσωπα των έργων της αλληλοαναιρούνται και αλληλοδιαψεύδονται. Αφού πρώτα όμως έχουν υπονομεύσει τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Η «σίγουρη» γνώση του παρελθόντος τους μετατρέπεται ξαφνικά σε θολή ανάμνηση και εικασία. Σαν να μας λένε πως η μόνη υπαρκτή και στέρεη πραγματικότητα είναι αυτή που ο ίδιος ο άνθρωπος αποφασίζει να έχει ως πραγματικότητα. Και πρόσωπα που, επειδή ακριβώς αγαπούν πολύ τον Αλλον, απαιτούν τον Άλλον και την προσοχή του. «Τέλος του ανθρώπου οι άνθρωποι». Η Ελισάβετ στην Πόλη διαρκώς παραπονιέται ότι ο Κίμων δεν την ακούει, δεν τη βλέπει, δεν την παρατηρεί. «Αδιαφορεί. Δεν υπάρχω γι’ αυτόν. Κι αν με βασανίζει, το κάνει όπως θα βασάνιζε μια γάτα ή έναν ποντικό», λέει η Ελισάβετ.

5Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι σαν ψυχολογικοί πίνακες και σαν ψυχολογικά περιστατικά. Ο Γιώργος Χειμωνάς λέει πως «ό,τι αξίζει στη ζωή ενός ανθρώπου είναι να έχει να αφηγηθεί μια συνταρακτική ιστορία». Οι λεγόμενες «κατακόρυφες πράξεις» στη ζωή των ανθρώπων. Με αφορμή αυτό δεν γίνεται να μη θυμηθώ τον άνθρωπο Παύλο από την Κασέτα της Λούλας Αναγνωστάκη και το όνειρο της μεγάλης του πράξης. Εκείνης της πράξης που θα αποτινάξει από επάνω του την καθημερινότητα και την αέναη ανία της. Δεν γίνεται να μη θυμηθώ τη Βάσω από τη Νίκη να λέει πως έχει κλέψει ένα μενταγιόν από το σπίτι της κυρίας όπου δουλεύει, προκειμένου να το κάνει δώρο στην αρραβωνιαστικιά του αδελφού της. Δεν γίνεται να μη θυμηθώ τη Σοφία Αποστόλου, πρώην καθηγήτρια της Γαλλικής, που απολύεται επειδή έπινε κατά τη διάρκεια των μαθημάτων της. Επιθυμία υπέρβασης και εξοστρακισμού της πραγματικότητας, μία κλοπή και μία ροπή προς τον αλκοολισμό: συνηθισμένα ή μη ανθρώπινα περιστατικά, μέσα από τα οποία μπορεί να ανασυσταθεί ένας ολόκληρος πολιτισμός τής Ψυχής και των ασαφών (;) κινήσεών της.

6Το υπόβαθρο σε όλα τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι ρεαλιστικό, πατάει στιβαρά επάνω στη Γη και την πραγματικότητα. Μόνο το υπόβαθρο όμως. Γιατί ο ρεαλισμός είναι το χαλί πάνω στο οποίο ακουμπάνε τα έργα της. Εχω την αίσθηση, και ας μου επιτραπεί η έκφραση, ότι η Αναγνωστάκη κοιτάζει τον ρεαλισμό και του «βγάζει τη γλώσσα της». Τον χρησιμοποιεί μόνο και μόνο για να τον υποσκάψει και τελικά να τον ξεπεράσει. Σαν να θέλει να δείξει και σε εμάς τους ίδιους πόσο περιορισμένων δυνατοτήτων είναι ο ρεαλισμός όταν, εκτός από το χαλί, απαιτεί να γίνει και το σπίτι ολόκληρο. Στο Ταξίδι μακριά -ιδιαίτερη περίπτωση «Θεάτρου μέσα στο θέατρο»- οι ήρωες είναι ηθοποιοί και ετοιμάζουν μια παράσταση με υλικό παρμένο από την ίδια τους τη ζωή. Και όπως η Κλωθώ και η Λάχεση, εκείνες οι αρχαίες κόρες, θυγατέρες της Ανάγκης, αναμειγνύουν παρόν και παρελθόν για να φτιάξουν ένα παρακινδυνευμένο και ιαματικό μέλλον. Και κάπως έτσι το έργο από «ρεαλιστικό» τρέπεται σε άκρως ποιητικό. Το χαλί απογειώνεται και ίπταται. Μαγεία.

7Η γλώσσα στα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη είναι κατ’ αρχάς άμεση. Που σημαίνει καίρια και ακαριαία. Ζωντανή και καθημερινή. Που σημαίνει μιλιέται. Ποιητική, όταν κάποιο κρυφό της νόημα το απαιτεί. Που σημαίνει αμφίσημη και έτοιμη να προκαλέσει τινάγματα στο μυαλό και στην ψυχή. Ρέουσα. Που σημαίνει ότι πουθενά δεν σκαλώνει και κανένα ράψιμο δεν της χρειάζεται. Αφτιασίδωτη. Που θα πει σαν το νερό το καθαρό. Και ουδόλως διδακτική η χρήση της. Που σημαίνει πως αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη-θεατή μόνος του να καταλάβει. Η γλώσσα της δεν διδάσκει. Προτείνει. Δεν δείχνει. Δηλώνει. Γλώσσα: σε αυτό το πλέον ευπαθές ανθρώπινο εργαλείο η Λούλα Αναγνωστάκη συμπεριφέρεται με ευγένεια, που είναι το πρώτο βήμα προς την αληθινή αριστοκρατία, όπως λέει ο Proust. Καθόλου να μην τεντωθεί και καθόλου να μη συρρικνωθεί η Γλώσσα σε σχέση πάντοτε με τα νοήματά της. Και εδώ ακριβώς συναντάμε την αρμονική σύνθεση της μορφής με το περιεχόμενο. Τη σύμπλευση του σημαίνοντος με το σημαινόμενο. Αυτή η εξαιρετικά δύσκολη σύζευξη, στα έργα της Αναγνωστάκη επιτυγχάνεται με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια. Ακόμη και οι «ακατάληπτες» γερμανικές φράσεις του γέρου Χανς στο Σ’ εσάς που με ακούτε, αυτές οι φράσεις που διαβάζονται και ακούγονται σαν σύγχρονοι παγκόσμιοι χρησμοί, μας υπενθυμίζουν την αρχέγονη ανάγκη και επιθυμία του ανθρώπου να Εκφρασθεί και να Ανακοινωθεί μέσα από τον Λόγο του. Και να δηλώσει έστω και ραγισμένα νοήματα. Έστω και θραύσματα σημασιών ή «κλινικών» νοημάτων και αποχρώσεων.

8«Δεν ανήκω στους δημιουργούς που ακολουθώντας μια διαλεκτική διαδικασία συνθέτουν ένα έργο με ανάγλυφα αίτια και αιτιατά. Εγώ βλέπω μόνο το αποτέλεσμα, αυτό που τελικά συνιστά ένα ανθρώπινο βίωμα», λέει η Αναγνωστάκη σ’ ένα σημείωμά της για τη Νίκη. Κι αυτό ακριβώς είναι ένα επίσης κύριο στοιχείο των έργων της. Όλα τα πρόσωπα των έργων της και τα βιώματα των προσώπων της είναι «συντελεσμένα» πρόσωπα και «συντελεσμένα» βιώματα. Αυτό που διαβάζουμε ή παρακολουθούμε δεν είναι η πορεία των προσώπων ή των βιωμάτων προς τη συντέλεσή τους, αλλά η «ανασύσταση» τους. Η αγωνία μας δεν είναι για το πού θα φτάσει το πρόσωπο ή το βίωμα, αλλά για το πώς το πρόσωπο ή το βίωμα έφτασε εκεί που έφτασε. Και το εκεί είναι σχεδόν πάντοτε Οριακό. Και αυτή η εκ του αποτελέσματος αντιμετώπιση των όποιων ηρώων ή καταστάσεων κάνει τα έργα της Αναγνωστάκη να λειτουργούν σε εμάς ως προ(σ)κλήσεις προσωπικής μας ψυχαναλυτικής διεργασίας. Πώς κάποιος άνθρωπος -άρα ο καθένας μας- φτάνει εκεί; Πώς κάποιος άνθρωπος -άρα δυνητικά ο καθένας μας- ακουμπά και ενίοτε ξεπερνά το λεγόμενο «όριο»; Πώς ο Θανάσης γίνεται «φονιάς»; Πώς ο Θύμιος γίνεται «χαφιές»; Τι δημιούργησε την Έλσα, αυτή τη σύγχρονη τσεχοφική Αρκάντινα, να αποχωρεί από το έργο-σκηνή υποβασταζόμενη; Ερωτήματα που μας ακολουθούν και μετά το έργο. Κι αυτό αποτελεί ίσως ένα από τα μείζονα επιτεύγματα του δημιουργού. Γιατί ποτέ το έργο δεν μπορεί να τελειώνει στην ανάγνωσή του ή στη θέαση μιας παράστασής του. Αυτό το έργο που παίζεται και διαβάζεται μέσα μας μετά το έργο είναι που ένα έργο το κάνει μεγάλο.

Υστερόγραφο ή One for the road: Ενα διαρκές πήγαιν’-έλα από τη ζωή στον θάνατο, από την ιδέα στο συναίσθημα, από το Θέατρο στη Ζωή, από το μυθικό στο πραγματικό, από το λογικό στο παράλογο, από την αμφιθυμία στη βεβαιότητα, από το Ελληνικό στο Παγκόσμιο. Αυτό είναι το Εργο της Λούλας Αναγνωστάκη. Αυτό το διαρκές πήγαιν’-έλα από το φως στο σκοτάδι: Ισως και γι’ αυτό -αγαπημένη μου προσωπική υποψία αυτή- τα πάντοτε φορεμένα μαύρα γυαλιά της. Το αναλλοίωτο Φως και Σκοτάδι του Κόσμου, καθόλου το ιδιωτικό της Φως και το ιδιωτικό της Σκοτάδι να μην το επηρεάσει.

Advertisements
Read Full Post | Make a Comment ( None so far )

Χρυσές ανταύγειες σε μαύρα γυαλιά

Posted on April 10, 2009. Filed under: Αναγνωστάκη Λούλα |

  • ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: Εύθραυστη και ξαφνικά πολύ γήινη

Στον δρόμο κόσμος. Ερχονται από παντού για πουθενά. Οι ήρωές της μπροστά σε μια βιτρίνα μιλάνε. Γιάννης: «Τι έπαθες, ρε; Λέγε. Τι αισθάνεσαι;» Μιχάλης: «Τίποτα. Σαν να μην είμαι». Ρίχνει μια ψιλή βροχή βελόνες. Μια γάτα έξω από τον καθρέφτη κατεβαίνει με νύχια από ένα γυμνό δέντρο. Η έκλειψη Σελήνης έχει αρχίσει. Είναι Δευτέρα εξήμισι το απόγευμα. Ο Γιώργος Χρονάς με ανεβάζει με το ασανσέρ. Κατεβαίνω στη Χώρα της Λούλας Αναγνωστάκη. Η Κυρία είναι εδώ.

«Δεν ξέρουμε τίποτα για εσάς… Είστε η φαντασίωση που έχουμε για εσάς… Εύθραυστη και ξαφνικά πολύ γήινη…». Απαντάτε: «Αυθεντική. Ανθεκτική». «Τώρα που όλοι προσπαθούν να γίνουν εικόνες είστε Εικόνα ανέκαθεν… Χωρίς να εμφανίζεστε πουθενά είστε μια Μαγική Εικόνα στα μάτια μας». «Δεν καταλαβαίνω τίποτα από αυτά που λέτε… Είναι φυσικό αυτό που είμαι κι από ό,τι λέτε, ωραίο…»

Πριν τη δω δεν κοιμάμαι τρεις νύχτες. Οταν τη βλέπω είναι Αυτή: φοράει μαύρα, μαύρα γυαλιά, λευκή επιδερμίδα, μαλλιά ίσια που στις άκρες γίνονται κύμα, φωνή απαλή. Εμφυτη θεατρικότητα. Οικονομία στις κινήσεις. «Γοητεία είναι κάτι που τραβάει χωρίς απαραίτητα να είναι όμορφο ή σπουδαίο… Είναι ο τρόπος που περπατάει κάποιος, που θα γυρίσει να πει μια κουβέντα.. Χειρονομίες… Ο άνδρας μου… Τον ξέρετε; Αυτός ήταν γοητευτικός… Ο,τι έκανε είχε γοητεία… Γοητευτικός είναι κάποιος που μας ελκύει χωρίς να ξέρουμε γιατί… Μπορούμε να πούμε διάφορα, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε…». Κάθεται απέναντί μου… Το σπίτι ξύλο, πορφυρά χρώματα, αντικείμενα πολλά, χαλιά με σχέδια, ημίφως που δημιουργεί σκιές, ένα σπίτι που σε θέλει στα σπλάχνα του. Αφήνομαι.

Ο Ωνάσης και η Κάλλας είναι Ελληνες , οι φοιτητές είναι στους δρόμους ζητώντας καλύτερη παιδεία, η Ενωση Κέντρου, ο Γιάννης Χρήστου, μιούζικαλ, Αλίκη, Οδός Ονείρων, Λαμπράκηδες, Μικρές Αφροδίτες, Μουρσελάς, Μάτεσις, Ζιώγας, Θέατρο Τέχνης, Ομορφη Πόλη, μετανάστευση, Αντιγραφές του Γιώργου Σεφέρη, αντιπαροχή, μετανάστευση προς τα έξω αλλά και εσωτερική. Το 1965 η Λούλα Αναγνωστάκη αρχίζει τη μεγάλη πορεία της ως σπορέως με την τριλογία της Πόλης -Η Διανυκτέρευση, Η Πόλη, Η Παρέλαση-, που παρουσίασε σε ενιαία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης ο Κάρολος Κουν. Ο Κουν ανεβάζει ό,τι γράφει. Την περιμένει. «Καπνίζεις πολύ. Και εγώ καπνίζω πάρα πολύ. Δεν μπορώ να το κόψω», της λέει. Του αρέσει ο μαγικός ρεαλισμός της. Οι ήρωές της έρχονται από τις μικρές πόλεις στο στόμα του μεγάλου Θηρίου που από το στόμα του ρέει μέλι. Καλώς ήρθατε στον Νέο Κόσμο: αφήστε έξω τα ένστικτα και το πάθος σας και περάστε στο σαλόνι με τους ευνούχους. Οι ήρωές της περνάνε στο σαλόνι ουρλιάζοντας. Δίπλα μας η Σοφία τού Ο Ουρανός Κατακόκκινος, καθισμένη σε μια πολυθρόνα μάς διακόπτει: «Δεν θέλω να είμαι ο μέσος όρος! Τίποτε από ό,τι έχουν αυτοί δεν με συγκινεί. Νεκροί είναι όλοι. Πεθαμένοι. Αυτό είναι».

Η ζωή των ηρώων της ένα ουράνιο τόξο από μαύρη απελπισία, πορφυρή πρόζα, μπλε διάθεση, κόκκινη ομίχλη και λευκά ψέματα που χρωματίζουν πάντα τη ζωή κάθε ευαίσθητου που πληρώνει τη διαφάνειά του. Οι ήρωές της βαδίζουν σαν υπνοβάτες σε ένα τεντωμένο σχοινί. Οταν σηκώνεται ο φοβερός άνεμος συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται πολλά μέτρα πάνω από το έδαφος. Οι τυχεροί καταφέρνουν να περάσουν από τη μια άκρη στην άλλη. Οι πιο τυχεροί όμως πέφτουν. Και πετάνε. «Αυτοί οι άνθρωποι που κάνουν το άλμα γίνονται, δεν γεννιούνται…Διαφέρουν από τους άλλους, έχουν κάτι αλλιώτικο… Το κάνουν το άλμα ή το κάνουν λανθασμένα… Είμαστε πάντα άνθρωποι που ξεπερνάμε ή δεν ξεπερνάμε τα όρια… Αλλά πριν είμαστε ασήμαντοι για τους άλλους… Είναι πάντα σημαντικοί, αλλά δεν το καταλαβαίνουν οι ίδιοι, ή το καταλαβαίνουν στην περίπτωση του Παύλου… Η Βάσω έχει κάτι το ιδιαίτερο… Δεν μπορούμε να πούμε τι είναι, αλλά το ξέρουν ότι είναι ιδιαίτεροι. Και βασανίζονται από αυτό…».

Τη ρωτάω: Είστε με τους νικημένους. Υπάρχουν νικημένοι σήμερα; «Αυτοί που δεν πέτυχαν τίποτα στη ζωή τους είναι σήμερα οι νικημένοι… Είτε από ανικανότητα είτε από λάθος δεν πέτυχαν στη ζωή τους..». Ο Γουίλιαμ Μπλέικ μας είπε ότι το δάκρυ είναι μια διανοητική πράξη και δεν υπάρχει τίποτα σαν την υγρασία των ματιών που καθαρίζουν την όραση που δημιουργείται από ιστορίες ανθρώπων που πριν από την πτώση δεν ήταν παρά «συνηθισμένοι».

Ο Ιβάν μονολογεί έξω στην πλατεία: «Κανένα έλεος για μας που αιώνες ολόκληρους βασανιστήκαμε, συρθήκαμε σε άσκοπους πολέμους, σε επαναστάσεις, νικήσαμε και νικηθήκαμε. Εμείς… Οι αισθηματικοί άνθρωποι. Οι ευσυγκίνητοι, οι άπληστοι για ζωή. Εμείς. Οι αφύλακτοι αριστοκράτες της ιστορίας». Μου λέτε καθισμένη απέναντί μου σαν να είμαστε έτοιμοι να παίξουμε σκάκι: «Η ελευθερία είναι κάτι πέρα και πάνω από τον άνθρωπο που δεν το καταλαβαίνει… Είναι κάτι σπασμένο, όπως αυτός που κυνηγάει τον Πάπα ή κάτι που το μέγεθός του είναι μικρότερο από αυτό που ζητάει… Ζητάει τον Θεό χωρίς να καταλαβαίνει ότι αυτό που ζητάει είναι πάρα πολύ…».

Δύο ή τρία πράγματα που ξέρουμε γι’ αυτήν, από αυτήν: κάποτε κάπνιζε… είναι από τη Θεσσαλονίκη… ήταν μια γάτα η Αγαύη της… της άρεσαν οι άσκοπες βόλτες… δεν θέλει οι φίλοι της να θυμώνουν μαζί της… της αρέσει το τρένο για την Κατερίνη του Μάνου Ελευθερίου… τα πρωινά τηλεφωνήματα με φίλους… ο Μανέ… θα ‘θελε να παίζει ένα όργανο… η Σίλβια Πλαθ… Ναι… δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα. Τύμπανο μέσα σε άλλο τύμπανο. Μια Σφίγγα.

«Στο ερωτηματολόγιο του Προυστ απάντησα ότι θα ήθελα να επιστρέψω ως ιδεολογία… Δεν είναι ωραίο; Μιλούσαμε για τον Ολυμπιακό εκείνη τη στιγμή με τον Στάθη… γελούσαμε… Δεν εννοούσα αυτό όμως… Πίστευα σε ιδεολογία όταν ήμουν νέα, πολύ νέα… Οτι θα αλλάξω τον κόσμο… Θέλουμε να έχουμε και σήμερα ιδεολογίες… Χωρίς αυτές τι θα γινόμασταν… Αν οι διανοούμενοι πρέπει να μιλάνε; Ναι πρέπει, αρκεί να μην αποθρασύνονται… Δεν τους ενδιαφέρει… Βρήκε ο καθένας τον δρόμο του… Το κίνημα ανάβει-σβήνει… Ανάβει λίγο, σβήνει… Το καθένας μόνος του είναι τραγικό… με μια μικρή παρέα είναι καλύτερα… Παρακμή; Δεν τη σκέφτηκα ποτέ… Ο,τι μπορώ κάνω…».

Σήμερα ζούμε την αποθέωση της νεότητας. «Ε… Καλό είναι… Η νεότητα είναι αξία καθαυτή… Τα παιδιά βρήκαν τον εαυτό τους… Αν τα παιδιά πιστεύουν, μπορούμε να πιστεύουμε κι εμείς… Κάτι πιστεύουν ακόμα και θέλοντας να γκρεμίσουν τα πάντα… Δεν πρέπει να τους κόβει κανείς… Αργότερα θα αποφασίσουν οι ίδιοι…». Και ο σκληρός μήνας Δεκέμβριος; «Πώς μου φάνηκε; Μου άρεσε… Τα μαγαζιά; Αλλοτε έπεφταν άνθρωποι…».

Υπάρχουν δημιουργοί, καλλιτέχνες, οραματιστές, τρελοί, προφήτες, που ονειρεύτηκαν και υπέφεραν. Ανθρακωρύχοι της ψυχής, μάς κάνουν να αισθανόμαστε τόσο υπέροχα μόνοι, τόσο συγκλονιστικά ελεύθεροι, τόσο μοναδικοί που το λιγότερο που τους χρωστάμε είναι η απόλαυσή μας. Για να αλλάξεις τον μοντέρνο κόσμο πρέπει πρώτα να μάθεις να τον αγαπάς.

Η κυρία Αναγνωστάκη αγαπάει.

Read Full Post | Make a Comment ( None so far )

Το θέατρό της ανάμεσα στο Παράλογο και στην Τραγωδία

Posted on April 10, 2009. Filed under: Αναγνωστάκη Λούλα |

  • ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ: Εύθραυστη και ξαφνικά πολύ γήινη

  • Θέατρο, Τόμος Α’  Η Νίκη, Ο Ουρανός Κατακόκκινος,  Σ’ εσάς που με ακούτε, εκδόσεις Κέδρος σ. 153, 12 ευρώ
  • Θέατρο, Τόμος Β’ Ο ήχος του όπλου, εκδόσεις Κέδρος σ. 115, 10 ευρώ
  • Θέατρο, Τόμος Γ’ Διαμάντια και μπλουζ, Το ταξίδι μακριά, εκδόσεις Κέδρος σ. 140, 16 ευρώ
  • Θέατρο, Τόμος Δ’ Η κασέτα, εκδόσεις Κέδρος σ. 202, 12 ευρώ

Από τις εκδόσεις «Κέδρος» κυκλοφόρησαν οι τέσσερις πρώτοι τόμοι των θεατρικών έργων της Λούλας Αναγνωστάκη. Κάτι που έλειπε, επειδή μέχρι τώρα είχαν εκδοθεί ως βιβλία, πάλι από τον Κέδρο, μόνο τα πρώτα της μονόπρακτα («Η πόλη», «Η παρέλαση», «Η διανυκτέρευση»), και το τρίπρακτο «Αντόνιο ή το μήνυμα». Η έκδοση του Κέδρου έρχεται, άρα, να καλύψει ένα κενό, παρά τις καίριες ελλείψεις της, όπως είναι η απουσία εισαγωγικών σημειωμάτων (πλην ενός σύντομου επίμετρου της θεατρολόγου Δηούς Καγκελάρη στον πρώτο τόμο), μιας ενημερωμένης παραστασιολογίας και μιας ενδεικτικής κριτικογραφίας.

Επίσης δεν γίνεται αντιληπτή η μεθοδολογία, με ποια δηλαδή κριτήρια επιλέχτηκε η σειρά των έργων που περιέχονται σε κάθε τόμο. Το επίμετρο της Δηούς Καγκελάρη έχει εντάξει τα τρία έργα του πρώτου τόμου [«Η Νίκη» (1978), «Ο Ουρανός Κατακόκκινος» (1998), «Σ’ εσάς που με ακούτε» (2003)] κάτω από τον γενικό τίτλο: «Τριλογία του ξένου», όπου «το θέμα της ξενότητας προβάλλει μέσα από ομόκεντρους κύκλους, σηματοδοτώντας μια εσωτερική και μια εξωτερική ερήμωση. Με έναν λόγο πολύσημο, «που εκφράζει και συγχρόνως αρνείται την πραγματικότητα». Κάτι όχι αναγκαστικά εσφαλμένο, αν και το θέατρο της Αναγνωστάκη, ολόκληρο, θα μπορούσε να ιδωθεί κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα.

Μια άτυπη τριλογία πάνω στον μετεμφυλιακό Ελληνα-άνθρωπο θα μπορούσαν, εξίσου καλά, κατά την άποψη μας, ν’ αποτελέσουν, π.χ., τα τρία πρώτα μονόπρακτα, μαζί με τη «Νίκη» και την «Κασέτα». Επειδή, συγχρόνως με την πρώτη φάση της δραματουργίας της Αναγνωστάκη, κλείνει εδώ ένας αρχαίος κύκλος αίματος, με «αθώους» θύτες κι «ένοχα» θύματα, παγιδευμένους εξίσου στον εφιαλτικό και ατέρμονα κύκλιο χορό των παθών τους.

Επικρατεί σε αυτά μια έντονη νοσταλγία του μαύρου χρώματος της νύχτας, και βρισκόμαστε στον κατεξοχήν χώρο, ανάμεσα στο παράλογο και στην τραγωδία. Από αυτό το ταξίδι των ψυχών στον κάτω κόσμο τι θα επιστρέψει στο φως και τι θα μείνει στο σκότος; Μπορούμε άραγε να προσμένουμε κάτι περισσότερο από μια «καθαρτήρια επιστροφή της οδύνης και του φόβου», που ευαγγελίζεται το θέατρο του παραλόγου, στη γερμανική κυρίως εκδοχή του ; Πιστεύω ότι ναι, μπορούμε. Οπου και αν ταξιδεύουμε στα δραματικά τοπία της Αναγνωστάκη, μας πληγώνουν, αλλά δεν μας συνθλίβουν, όσο σκληρά και αν είναι. Επειδή υπερβαίνουν με τρόπο «νηπτικό» (απ’ τον δρόμο της ταπείνωσης) το σύνορο της απ-ελπισίας που συντρίβει, προσεγγίζοντας τη χώρα της από-γνωσης (στερνής γνώσης), πέραν του παρα-λόγου, όπου αναγνωρίζεται ξανά το τίμημα της εξαγοράς των χυμένων αιμάτων, η θυσία έχει αντίκρισμα και όλα τ’ ανθρώπινα βαπτίζονται πάλι στο φως του τραγικού, όπως πάντα. Οχι, λοιπόν, άλλη «καθαρτήρια επιστροφή του φόνου (και της ανάγκης)», αλλά επιστροφή της χαμένης μας νιότης, που είναι, μόνη της, ένα άλλος τρόπος για να συλλαβίσουμε απ’ την αρχή το όνομα της χαμένης και ξανακερδισμένης μας ελευθερίας!

Ο τελικός μονόλογος της «Νίκης», το γράμμα του ισοβίτη φονιά Θανάση στον αδερφό του Νίκο, που έχει πεθάνει, μα εκείνος δεν το ξέρει, είναι ένα μικρό «διαμάντι». «Σοβαρό και λυπημένο», σαν την «εικόνα» του Καβάφη, μας προαναγγέλλει ένα τέτοιο ταξίδι νόστου. Τα μεταγενέστερα έργα της Αναγνωστάκη αναπτύσσουν τον «δρώντα συλλογισμό» του γράμματος αυτού. Η οδυσσεϊκή «Σοφία» στο «Ουρανός Κατακόκκινος», που «ξέρει», και που αντικρίζει χωρίς να κλείνει τα μάτια τον δύοντα δίσκο του ήλιου απ’ την ταράτσα του σπιτιού της, απέναντι απ’ τις Φυλακές του Κορυδαλλού, γίνεται, έτσι, μια προέκταση φυσική της μικρής «Σοφίας», απ’ το μονόπρακτο «Η διανυκτέρευση», που όλο ρωτούσε: «Σκότωσαν πολύ κόσμο, τότε, ε ; Στην Κατοχή. Εγώ δεν είχα καν γεννηθεί. Εσύ θα ‘σουν μεγάλος. Τι έκανες ; Περνούσατε πολύ άσχημα;». Αλλά και της «Ελισάβετ», από το μονόπρακτο «Η πόλη», που έβλεπε απ’ την ταράτσα της, δίχως να νιώθει, «ένα σημείο, μακριά, εκεί πέρα, όπου, τα χαράματα, ντουφεκίζουν τους καταδικασμένους σε θάνατο».

Η σπουδή σε κόκκινο συνεχίζεται (ακολουθώ την κατάταξη των έργων της έκδοσης που σχολιάζω) στο «Σ’ εσάς που με ακούτε» (2003), με αθέατο πρωταγωνιστή το «φάντασμα» της δολοφονημένης «κόκκινης Ρόζας» (Λούξεμπουργκ)… Αυτό το έργο, μοιρασμένο ισοδύναμα σε σύντομα διαλογικά μέρη και σε μακρούς, έντονα βιωματικούς, εξομολογητικούς μονόλογους των ηρώων, με ατμόσφαιρα ονειρική, «τσεχοφική», ματαιωμένων προσδοκιών και ελπίδων, τοποθετημένο στη σκιά της «αδύνατης επανάστασης», είναι η φυσική συνέχεια της «Νίκης», καθώς παρακολουθούμε, σαν αποσπάσματα μιας ταινίας που έμεινε ημιτελής, σκηνές απ’ την εμφύλια σπαραγμένη ζωή της δεύτερης, «χαμένης», αδιέξοδης γενιάς των Ελλήνων μεταναστών στην ενωμένη Γερμανία. Εδώ η μικρή Σοφία της «διανυκτέρευσης» έχει μεγαλώσει σε ξένο τόπο, και δεν πρόκειται να ξαναδεί πατρίδα… Πρόκειται για μια ελεγεία της ανέφικτης, αιώνιας επιστροφής.

Ο δεύτερος τόμος περιλαμβάνει το γνωστότερο, το πιο δημοφιλές και πολιτικότερο ίσως έργο της Αναγνωστάκη, τον προφητικό «Ηχο του όπλου» (1987). Κι εδώ η συγγραφέας καταπιάνεται με το αγαπημένο της θέμα, την ενδημούσα ρήξη, τα «οικεία κακά» που σπαράζουν τη νεοελληνική ταυτότητα: ευρωπαϊκό πρόσωπο και βαλκανική κατατομή, πατρική γλώσσα και μητρική λαλιά, υπερπροστατευτική μάνα και απών πατέρας, ιδού το βασικό, τραυματικό, ανισοσκελές, κλασικό οικογενειακό μας «τρίγωνο», που αναπαράγει πιστά τον εαυτό του. Τα δύο σκέλη του οποίου συνθλίβουν το παιδί, που δεν μπορεί να προαχθεί ομαλά σε «κορυφή γωνίας». Η Αναγνωστάκη ωστόσο δεν κάνει ψυχανάλυση, αλλά θέατρο πολιτικό, με την ουσιαστική σημασία του όρου. Εκθέτει γυμνή τη γλώσσα μας, που είναι ο καθρέφτης του πολιτισμού μας. Βλέπει την πολιτική μας γλώσσα σαν μια προέκταση της φθαρμένης καθημερινής μας γλώσσας, η οποία γεννά τ’ αδιέξοδά μας. Με αυτήν την έννοια, εδώ δεν έχουμε μόνο το χρονικό μιας οικογένειας, αλλά το ίδιο το ημερολόγιο του βίου μας, ως «πολιτικών ζώων». Προλέγοντας μ’ εκπληκτική ευστοχία την εικόνα του ρημαγμένου, σημερινού πολιτικού μας τοπίου.

Ο τρίτος τόμος περιέχει τα έργα «Διαμάντια και μπλουζ» (1990) και «Το ταξίδι μακριά» (1995).

Το πρώτο επικεντρώνεται στην ιστορική καμπή της Μεταπολίτευσης, όταν οι αστοί διακατέχονται από την ψευδαίσθηση ότι ελέγχουν τις βαθύτερες εσωτερικές τους ισορροπίες, τις σταθερότερες σημασίες τους: το χρήμα και το συναίσθημα.

Αποτελεί μια στιγμή νηφάλιας, ψύχραιμης ενατένισης των πραγμάτων, αλλά δεν παύει να είναι γραμμένο «στο μάτι του κυκλώνα», όπου, όπως είναι γνωστό, επικρατεί μια «παραπλαντική άπνοια». Με ισορροπία σχοινοβάτη επάνω στη διαφορά δυναμικού ψυχής όσων πηγαίνουν κι όσων επιστρέφουν από ένα ταξίδι μνήμης/λήθης του καταγωγικού μας οδυσσεϊκού μύθου. Παρότι κατέκτησαν πια το αστικό σαλόνι της προορισμένης Ιθάκης των, Η Αννα, ο Γιάγκος, η Ελένη, η Ειρήνη, δεν διαφέρουν κατ’ ουσίαν από τα πρόσωπα των άλλων έργων της Αναγνωστάκη. Αν τους αφαιρέσουμε τα κοινωνικά τους προσωπεία, μένουν οι ίδιοι. Θα τους ακούσουμε, τότε, να ψελλίζουν το περιπόθητο «έφτασα», όχι εκ του ασφαλούς, ελλιμενισμένοι, αλλά ως μεταμελημένοι πικρά. Ο νόστος για το ανέφικτο όνειρο της ευτυχίας εμμένει.

Στο «ταξίδι μακριά» (1995), με φόντο πάντα την ενδοοικογενειακή ρήξη, επιλέγεται, σκόπιμα, μια χαμηλόφωνη γραφή, που δεν «δείχνει» το θέμα της, αλλά πηγαίνει προς αυτό, σαν σε έναν στόχο που διαρκώς απομακρύνεται. Οι δυνάμεις που σπρώχνουν τους ήρωές της είτε σε μιαν αναίτια, φαινομενικά, δραπέτευση από το οικογενειακό άσυλο ή σε μια εξίσου αναίτια επιστροφή που ταράζει τα λιμνασμένα νερά της ζωής όσων έμειναν πίσω, κατονομάζονται σαν φυσικές δυνάμεις, φυγόκεντρες ή κεντρομόλες. Το κοινωνικό τους επώνυμο, κοινός παρονομαστής ενός ματαιωμένου βίου, δεν αναφέρεται, αλλά μαντεύεται να περνά σαν ελαφρός κυματισμός ή ρίγος, κάτω απ’ τη μόλις ταραγμένη επιφάνεια του λόγου τους…

Ο τέταρτος τόμος περιλαμβάνει την «Κασέτα» (1982). Ενα έργο παθιασμένης, κάθετης δομής, που μας εισάγει στο σκάνδαλο της μόνιμης γειτονίας με τον θάνατο. Της καθημερινής παρουσίας του θανάτου, στις γιορτές, στα πανηγύρια, στους γάμους, στις χαρές μας. Ενα έργο πένθους, αλλά όχι πένθιμο. Παραδόξως, αισιόδοξο, παρά την αυτοκτονία, στο τέλος, του ήρωα. Δεν κάνει κήρυγμα μοιρολατρίας, αλλά αναγορεύει, αντιθέτως, τον άνθρωπο σε απόλυτο κύριο της μοίρας του. Και αναδεικνύει την αδιαίρετη, αδιαπραγμάτευτη συνείδηση – ζωή, σαν μέγα αγαθό και πρώτο.

Read Full Post | Make a Comment ( None so far )

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...